Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

"ΤΩΝ ΗΛΗΩΝ"


Βάση αναθήματος στην Ολυμπία
.

ΦΕΥΓΩ ΔΙΑΚΟΠΕΣ!


Κτήμα Μερκούρη
.
Μετά από ένα πολύ δύσκολο χρόνο στην Αθήνα, φεύγω με μεγάλη χαρά για το χωριό. Περιμένω πώς και πώς τη θάλασσα, τις εκδρομές, το καφεδάκι με τους φίλους, τα ξενύχτια κάτω από το φεγγαρόφωτο.
.

Ηλιοβασίλεμα από τον όρμο Χόρταις του Κτήματος Μερκούρη
.
Το φετινό καλοκαίρι όμως δεν θα είναι εύκολο. Τα φαντάσματα των πρόσφατων γεγονότων που έζησε η Ηλεία μας ακόμη πλανώνται.
.

Το λαογραφικό μουσείο στο δρόμο προς Λέπρεο
.
Σχεδόν όπου και να πας, θα συναντήσεις καμμένα. Από τη θάλασσα στο Βαρθολομιό και στον Καϊάφα μέχρι την Ολυμπία, τη Φιγαλεία και την Ανδρίτσαινα, απελπισία. Η αίσθηση της περσινής καταστροφής θα στοιχειώνει για πολλά χρόνια την περιοχή και θα δημιουργεί τα ανάλογα συναισθήματα.
.

Το Γενί Τζαμί στον Κάμπο Πηνείας, η μόνη ίσως εκκλησία που λέγεται τζαμί
.
Ό,τι δεν κάηκε, το σάρωσε ο σεισμός. Όταν πήγαινα στις 29 του μηνός στο πανηγύρι στο Τζαμί, περνούσα μέσα από το πανέμορφο δάσος της Οινόης. Τώρα από το δάσος δεν υπάρχει τίποτε. Και το Τζαμί του Αη-Γιάννη το χάλασε ο σεισμός.
.

Το Σανταμέρι -αρχαία Σκόλλυς- στην Αχαΐα, όπως φαίνεται από το Τζαμί
.
Όλο το βόρειο κομμάτι του νομού είναι σεισμόπληκτο. Πώς μπορείς να πείσεις τους ανθρώπους που έχασαν τα πάντα ότι η επίσκεψή σου είναι από ειλικρινές ενδιαφέρον και όχι από εκείνη τη σαδιστική περιέργεια του ανθρώπινου είδους μπροστά στον πόνο του άλλου;
.

Ηλιοβασίλεμα από την παραλία του Κάτω Σαμικού
.
Όμως ο χρόνος τελικά θα επουλώσει τις πληγές. Η ζωή στο τέλος θα νικήσει τον πόνο και η Ηλεία μας θα ξαναχαμογελάσει.
.

ΧΑΙΡΕΤΑΙ Ο ΠΕΥΚΟΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ


Το αλφαβητάρι που πρόλαβαν όσοι πήγαν Πρώτη Δημοτικού μέχρι το 1983
.


Τα πεύκα του Ντρούλα στη Βυτίνα. Τα φύτεψαν οι μαθητές του χωριού το 1924

.

Το Ντοχοβίτι όπως φαίνεται από το Ντρούλα. Πίσω του η Κυλλήνη (Ζήρια) και τα Αροάνια (Χελμός)
.

ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΜΕΤΑ, ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ...


Ο ήλιος δύει το απόγευμα της Παρασκευής 24 Αυγούστου. Ματωμένο ηλιοβασίλεμα. Η τραγωδία έχει μόλις αρχίσει
.

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΔΑΣΟΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗ
Είναι πολύ παράξενο να διαβάζεις τη ζωή σου μέσα από την αποστειρωμένη λογική της δημοσιογραφίας..
Θα ήθελα να ξεχάσω τα 3-4 πρόβατα που δεν προλάβαμε να βγάλουμε από το μαντρί και τα ακούγαμε να σκούζουν καθώς μας πλησίαζε η φωτιά, και εκείνο το σκυλάκι που παρέμεινε σιωπηλό και δεμένο μέχρι τη στιγμή που πανικόβλητο κατάλαβε ότι δεν υπάρχει σωτηρία.. τα αφεντικά του λείπαν διακοπές και κανείς δεν μας ειδοποίησε για αυτό..
Θα ήθελα να ξεχάσω τα πουλιά που δεν προλάβανε να φύγουν από τα πεύκα καθώς γινόντουσαν παρανάλωμα του πυρός και τα είδα στον αέρα να φτερουγίζουν για λίγο και ύστερα να πέφτουν σαν φθινοπωρινά φύλλα..
.

Άγιος Ανδρέας: ένα αλλόκοτο φως έχει καλύψει τα πάντα το απόγευμα του Σαββάτου 25 Αυγούστου
.
Θα ήθελα να ξεχάσω τα τρομαγμένα πρόσωπα των συναδέλφων μου όταν είδαμε τις 50μετρες φλόγες να μας ζώνουν από παντού.
Θα ήθελα να ξεχάσω τις αγωνιώδεις εκκλήσεις των ιδιοκτητών όλων των σπιτιών τριγύρω μας όταν άρχισαν να γλύφουν τα σπίτια τους οι φλόγες.
Θα ήθελα να ξεχάσω όλους αυτούς που ήρθαν με τζιπάκια κάνοντας χειρόφρενα και πατώντας γκάζι μόνο και μόνο για να απολαύσουν το θέαμα, χωρίς να μας βοηθάνε όταν τα ρουθούνια μας τρέχαν κατράμι και μασούσαμε στάχτη.
Θα ήθελα να τους ξεχάσω όταν προσπαθούσαμε να φύγουμε κόβoντας μάνικες και δεν μπορούσαμε επειδή είχαν δημιουργήσει κυκλοφοριακό κομφούζιο μπροστά μας.
Θα ήθελα επίσης να ξεχάσω όλους αυτούς που πίναν καφέ και μας ειρωνεύονταν την ώρα που δίναμε και ίσα που κρατούσαμε την ψυχή μας.
Θα ήθελα να ξεχάσω αυτούς που τραβούσαν πανικόβλητοι τις εγκαταστάσεις μας και μας άφηναν εκτεθειμένους στις φλόγες.
Θα ήθελα να ξεχάσω τις πανικόβλητες φωνές συναδέλφων στον ασύρματο όταν τους κύκλωνε η φωτιά.
Θα ήθελα να ξεχάσω αυτή τη λαίλαπα που δεν υπήρχε τρόπο να φρενάρεις και λαίμαργα κατάπιε τις όμορφες περιοχές που κάποτε χαρήκαμε ως παιδιά και τα παιδιά μας δεν θα ξέρουν ότι υπήρχαν.
.

Ξημέρωμα της Κυριακής 26 Αυγούστου 2007: ο ήλιος ανατέλλει πνιγμένος στους καπνούς για να φωτίσει μια από τις χειρότερες ημέρες στην ιστορία της Ηλείας: την ημέρα που κάηκε η Ολυμπία
.

Μα δεν θα ξεχάσω εκείνους τους χειριστές των ελικοπτέρων που τελευταία στιγμή μας δημιούργησαν δίοδο διαφυγής μέσα από τους θεόρατους τοίχους φωτιάς που μας περιτριγύρισαν.
Μα δεν θα ξεχάσω τους συνάδελφους από Αταλάντη που ήρθαν να μας βοηθήσουν σε μια ξένη για αυτούς περιοχή.
.

Μεσημέρι της ίδιας ημέρας: το Φραγκαπήδημα ανυπεράσπιστο παραδίδεται στις φλόγες
.

Μα δεν θα ξεχάσω όλες τις κυβερνήσεις έως τώρα που επιτρέπουν σε οικοπεδοφάγους να χτίζουν, που αντιμετωπίζουν με αναλγησία τους εμπρησμούς και κοροϊδεύουν τους Εθελοντές.
Μα δεν θα ξεχάσω το κράτος που ούτε γάντια δεν μας έδωσε, πόσο μάλλον ένα ευχαριστώ, για να μην θίξει την επιτηδευμένη ανικανότητα του μπροστά στα συμφέροντα.
Μα δεν θα ξεχάσω ότι καταφέραμε 4 παιδιά με 1 όχημα να σταματήσουμε ένα μέτωπο 500 μέτρων, να σώσουμε 5 σπίτια και μερικά πρόβατα..
.

Πυροσβεστικό αεροπλάνο υπερίπταται του χωριού μας. Τι να κάνει ένα αεροπλάνο
.
Θα βοηθήσει να μπορέσω να κοιμηθώ όταν θα γυρίζουν οι εικόνες φρίκης στο μυαλό μου.
Μα δεν θα ξεχάσω την όμορφη τραυματιοφορέα που μου συμπαραστάθηκε όταν δεν είχα αναπνοή, τους έμπειρους γιατρούς που πέσαν πάνω μου και μου ξαναδώσαν μέλλον, καθώς και το νοσηλευτικό προσωπικό που ξεχείλιζε από ανθρωπιά και καλοσύνη.
Σας ευχαριστώ.
Και δεν θα ξεχάσω να λέγομαι ακόμα άνθρωπος και να χρωστάω στη φύση ένα μεγάλο συγγνώμη για όλες τις καταστροφές που της έχει προξενήσει το είδος μου.
Η απορία μου είναι οι βίλες που θα χτίσετε θα έχουν νόημα εάν δεν υπάρχει πια πράσινο γύρω σας;
Όταν ο αέρας θα μυρίζει στάχτη και θα σου καίει τους πνεύμονες;
Πώς διάολο θα αναπνέετε εσείς κει πάνω και εμείς εδώ κάτω;
Πώς περιμένω από ένα κράτος με στημένες εκλογές και προκάτ κόμματα να δημιουργήσει ένα καλύτερο μέλλον από τις στάχτες που έχουν γεμίσει τα πνευμόνια μου...
Λίγη στάχτη στα μαλλιά... δολοφόνοι... "

ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΘΥΜΑΜΑΙ...


.
Athens 2004 Olympics Opening Ceremony
.
Ηχητικό ντοκουμέντο : Θα καεί η Αρχαία Ολυμπία

.
26 Αυγούστου 2007, πριν το ολοκαύτωμα

.

.
Ilia 2007 Ancient Olympia
.

Κυριακή 10 Αυγούστου 2008

ΤΖΙΒΙΕΡΕΣ, ΜΑΚΙΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ


Οι σταφίδες του Χαράλαμπου Αποστολάκου λιάζονται απλωμένες στις τζιβιέρες. Πατέρας και παιδιά καμαρώνουν την καλή σοδειά
.
Για αιώνες υπήρξε η πηγή πλούτου της Πελοποννήσου, ο «μαύρος χρυσός» της. Η μαυρομάτα κορινθιακή σταφίδα. Για την καλλιέργειά της διατέθηκαν τα τσιφλίκια των Τούρκων και κατέβηκαν οι Γορτύνιοι και οι Καλαβρυτινοί στα πεδινά. Δάση αποψιλώθηκαν, νέα χωριά δημιουργήθηκαν και πόλεις μεγάλωσαν. Μεταξύ αυτών και το χωριό μας. Γρήγορα η καλλιέργειά της έγινε ο νέος τρόπος ζωής. Μιας ζωής με πολύ μόχθο, χαρές και λύπες.
Με το κέντρωμα και το χαράκι, το ξεφύλλισμα και τον τρύγο.
Τις φαλτσέτες και το κλαδευτήρι τ’ Αγιο-Τρυφώνου.
Τα αλώνια, τις τζιβιέρες, τις μάκινες και τις πλάστιγγες.
Τα τρυγοκόφινα και τα τουμπάνια, το θειαφιστήρι και το γράβαλο.
Τις οκάδες, τις ενετικές λίτρες και τη μετατροπή από τη μία στην άλλη: οι οκάδες επί 8 διά 3.
Τη δυναμική αστική τάξη του Πύργου και τα αρχοντικά των πλούσιων εμπόρων.
Τα κτήματα του Μεταξά, του Χατζηγιάννη, του Καρανικολού, του Φάμελου, του Μερκούρη, του Νταμίρη, του Τραμπαδώρου, του Χρηστιά.
Τις αυγουστιάτικες μπόρες και το σκέπασμα των αλωνιών όταν ακουγόταν το συνθηματικό «έρχονται οι έμποροι!», τα μπουμπουνητά δηλαδή.
Τη λόβα, τη φυλλοξήρα και τον περονόσπορο.
Τα χρέη, τα δάνεια, τους τοκογλύφους και τις περιουσίες που άλλαζαν χέρια σε μια νύχτα.
Το «σταφιδικόν έτος», το «σταφιδικόν ζήτημα», τη «Σταφιδική Τράπεζα».
Τα εργοστάσια συσκευασίας του Σορβατζιώτη, του Πετρόπουλου και του Κατελούζου.
Το «Ινστιτούτον Σταφίδος» του Πύργου και το λιμάνι του Κατακόλου, από όπου γινόταν κατ’ ευθείαν η εξαγωγή του προϊόντος.
Το νόμο «Περί υποχρεωτικής παρασκευής και καταναλώσεως σταφιδοψώμου» και τη χριστουγεννιάτικη πουτίγγα των Άγγλων.
Τον ανταγωνισμό και τη συκοφαντική δυσφήμιση των Αυστραλών, που παρουσίαζαν στον κινηματογράφο τα αλώνια των Ελλήνων καλλιεργητών στρωμένα με φρέσκια σβουνιά και τη σταφίδα απλωμένη κατ’ ευθείαν πάνω σ’ αυτήν.
Το «Εργοστάσιον Οίνων και Οινοπνευμάτων εν Πύργω».
Τον «Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό» και την αποτυχημένη κρατική πολιτική.
Τις διαδηλώσεις των αγροτών και τους «αναρχικούς» του Αϊ-Γιάννη.
Την παρακμή, τη φτώχεια και τη μετανάστευση.
Την επιδότηση της ΕΟΚ, το ξερρίζωμα και την αλλαγή καλλιέργειας.
Τώρα η σταφιδοκαλλιέργεια έχει περιορισθεί σχεδόν μόνο σε περιοχές χωρίς άρδευση. Στους κάμπους έχει ουσιαστικά πεθάνει και όλα αυτά είναι παρελθόν, ανάμνηση που ξεθωριάζει. Για εμάς τους νεώτερους είναι άγνωστες λέξεις, ένας κόσμος που έχει αλλάξει. Εμείς τα εργοστάσια και τις αποθήκες του Κατακόλου τα ξέρουμε ως καφετέριες και ταβέρνες. Ας είναι καλά ο Αλφειός που ποτίζει τις νέες καλλιέργειες. Ας είναι καλά και ο τουρισμός και η «ανάπτυξη» που ευαγγελίζονται οι πολιτικοί και οικονομικοί σωτήρες μετά τις πυρκαγιές.

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

ΤΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΒΥΤΙΝΑΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ-ΣΩΤΗΡΑ ΤΗΣ ΒΥΤΙΝΑΣ


Άποψη της Βυτίνας από το Μαίναλο
.

Το Αντάμωμα των Απανταχού Βυτιναίων είναι ένας θεσμός που ξεκίνησε εδώ και λίγα χρόνια ο Σύλλογος Βυτιναίων και Φίλων της Βυτίνας "Ο Άγιος Τρύφων" και πραγματοποιείται την ημέρα της Μεταμορφώσεως στο εξωκκλήσι της Αγια-Σωτήρας, στους πρόποδες του Μαινάλου.
.

Η αρτοκλασία μετά τη θεία λειτουργία
.
Μετά το τέλος της λειτουργίας ο παπα-Νικόλας Ντάβος και η ζυγιά του, που αποτελείται από τα παιδιά του και άλλους νέους του χωριού και της περιοχής, παίρνουν στα χέρια το βιολί, το κλαρίνο, το λαούτο και τη φλογέρα και τραγουδούν μέχρι το απόγευμα τραγούδια του Μωριά. Οι καταστηματάρχες και οι επιχειρηματίες της περιοχής προσφέρουν το ψάρι που απαιτεί η ημέρα, κρασί, ποτά και γλυκά. Έτσι στήνεται ένα πανηγύρι που η φήμη του κάθε χρόνο διαδίδεται και συγκεντρώνει όλο και περισσότερο κόσμο.
.

Οι ομιλίες των προέδρων των δύο συλλόγων
.
Το χωριό μας συμμετείχε σε αυτή την εκδήλωση πρόπερσι, με πρωτοβουλία και ενέργειες του Φιλοπροόδου Συλλόγου Βυτιναιίκων Πύργου Ηλείας "Ο Άγιος Τρύφων", ο οποίος ανέλαβε την οργάνωση της μεταφοράς. Η υποδοχή που μας επιφύλαξαν οι κάτοικοι και οι αρχές της παλιάς αρκαδικής πατρίδας ήταν συγκινητική. Οι πρόεδροι των δύο συλλόγων αντάλλαξαν προσφωνήσεις και δώρα. Πολύ γρήγορα στην ατμόσφαιρα κυριάρχησε οικογενειακή ατμόσφαιρα, όπως μεταξύ αγαπημένων συγγενών που είχαν να σμίξουν πολύ καιρό.
.

Ο παπα-Νικόλας και τα παιδιά του έπιασαν δουλειά
.

Μετά τα τυπικά μίλησε η μουσική. Ο παπα-Νικόλας έπιασε το βιολί και το δοξάρι και τα παιδιά το κλαρίνο και το λαούτο. Παλιά τραγούδια του Μωριά, γνωστά ή ξεχασμένα, έκαναν τις ελατοσκεπείς πλαγιές να αντηχήσουν.
.

Ηλείοι και Αρκάδες Βυτιναίοι μαζί, μετά από εκατόν τόσα χρόνια
.
Γρήγορα οι Βυτιναίοι έπιασαν το χορό. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ οικεία και ευχάριστη και το αεράκι που κατέβαζε η Πατερίτσα δεν άφηνε κανέναν να ιδρώσει.
.

Τσάμικο
.
Το πανηγύρι κράτησε μέχρι το απόγευμα, σαν κανένας να μην ήθελε να τελειώσει. Παρά την κούραση τόσων ωρών, όλοι ήταν ευχαριστημένοι.
.

Όλη η εξαιρετική ορχήστρα
.
Για την ορχήστρα του παπα-Νικόλα και των παιδιών του χωριού όλοι είχαν να πουν τα καλύτερα λόγια. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού τραγούδησαν επί τόσες ώρες χωρίς να επαναλάβουν ούτε ένα τραγούδι.


Η φλογέρα αντήχησε μέσα στο ελατοδάσος, κατευοδώνοντάς μας πριν πάρουμε το δρόμο για το χωριό
.

Αποχαιρετήσαμε τη Βυτίνα με συγκίνηση και ικανοποίηση, αφού πρώτα ασπαστήκαμε την εικόνα του Αγίου Τρύφωνος. Όλοι παραδέχθηκαν ότι αυτή η ιδέα του συλλόγου ήταν πολύ καλή και ευχήθηκαν την επόμενη χρονιά να επαναλαμβανόταν.
Δυστυχώς αυτό δε συνέβη πέρυσι. Τα κομματόσκυλα, οι κομπλεξικοί και οι κακοί έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να αποθαρρύνουν όσους μπορούσαν να επηρεάσουν και να τους αποτρέψουν από την ενεργό συμμετοχή στο σύλλογο. 'Ετσι αυτός εδώ και ένα χρόνο παραμένει ουσιαστικά ακέφαλος, αφού δεν έγιναν οι προγραμματισμένες αρχαιρεσίες, μια και από ένα σωρό μέλη δε βρέθηκαν επτά άτομα να σχηματίσουν ένα ψηφοδέλτιο! Σημάδι της παρακμής της ελληνικής κοινωνίας και μάλιστα των μικρών κοινωνιών όπως είναι τα περισσότερα ελληνικά χωριά, όπου κουμάντο δεν κάνουν πάντα οι καλύτεροι.
Το μέλλον του συλλόγου παραμένει αβέβαιο, προς μεγάλη χαρά των εχθρών του. Οι φίλοι και υποστηρικτές του δεν αντέχουν αυτό τον αόρατο εχθρό κάθε καλής πρωτοβουλίας σε αυτό τον τόπο, που δεν αφήνει να γίνει το καλό. Έτσι τα Βυτιναίικα, μια κοινωνία δειλή, μοιραία και άβουλη, θα αναπολούν από μακρυά το Αντάμωμα της Αγια-Σωτήρας και θα μαθαίνουν από την τηλεόραση και τις εφημερίδες για τις εκδηλώσεις που κάνουν άλλοι σύλλογοι και άλλα, υγιή χωριά. Όσοι δε ασφυκτιούν μέσα σε αυτή την παρακμή, θα παίρνουν το αυτοκινητάκι τους και θα πηγαίνουν όπου υπάρχει ζωή και χαρά, αφήνοντας πίσω τη μιζέρια και την κακομοιριά.

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

5000 ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ!


.
Και να που αισίως φθάσαμε σήμερα τις πέντε χιλιάδες επισκέψεις! Πέντε χιλιάδες μέσα σε έξι μήνες για ένα ιστολόγιο περιορισμένης θεματολογίας δεν είναι και λίγοι.
Όλους αυτούς που πέρασαν από το ταπεινό ιστολόγιο του Βυτιναίου για μια στιγμή ή για μια πολύωρη περιήγηση τους ευχαριστώ από βάθους καρδιάς.
Το ταξίδι συνεχίζεται...

.

Σάββατο 2 Αυγούστου 2008

Η ΓΟΡΓΟΝΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΣΚΑΦΙΔΙΑΣ


Αυτές τις μέρες του δεκαπενταύγουστου χιλιάδες προσκυνητές και επισκέπτες θα διαβούν το κατώφλι της Μονής Σκαφιδιάς για να προσκυνήσουν την Παναγία, ελάχιστοι όμως θα προσέξουν τη Γοργόνα που απεικονίζεται επάνω από τη θύρα που οδηγεί από το νάρθηκα στον κυρίως ναό. Αυτό οφείλεται κυρίως στο συνωστισμό που επικρατεί και στο χαμηλό φωτισμό του νάρθηκα. Είναι κρίμα, γιατί η συγκεκριμένη απεικόνιση της Γοργόνας θεωρείται από τις αξιολογότερες της νεοελληνικής λαϊκής τέχνης.
Η Γοργόνα ή Γοργώ ήταν μυθικό τέρας της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας που πέρασε από γενιά σε γενιά στη νεώτερη παράδοση και τέχνη, συγχεόμενη με τη Σκύλλα και τις Σειρήνες. Στη νεοελληνική παράδοση συνδέθηκε κυρίως με τους θρύλους γύρω από το Μεγάλο Αλέξανδρο.
Σύμφωνα με αυτούς, η Γοργόνα ήταν η αδελφή του Μακεδόνα στρατηλάτη (στην πραγματικότητα αδελφή του ήταν η Θεσσαλονίκη) και ήταν η αιτία που ο ήρωας δεν έγινε αθάνατος, διότι το αθάνατο νερό που είχε ο Αλέξανδρος μέσα στο γυαλί, αφού σκότωσε το δράκο που το φύλαγε, εκείνη το έχυσε. Για το λάθος της αυτό ο Αλέξανδρος την καταράσθηκε να γίνει από τη μέση και κάτω ψάρι και να πλανιέται στις θάλασσες. Η Γοργόνα όμως από συναίσθηση για το μεγάλο κακό που έκανε στον αδελφό της δεν τον μίσησε, αλλά από τότε όποτε συναντά κανένα καράβι το σταματά και ρωτά τους ναύτες «Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;». Αν οι ναύτες απαντήσουν «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο ειρηνεύει», η Γοργόνα από τη χαρά της γίνεται ωραία κόρη, παύει τους ανέμους και τα κύματα, παίζει τη λύρα της και τραγουδά γλυκά τραγούδια. Αν όμως οι ναύτες απαντήσουν ότι ο Αλέξανδρος πέθανε, τότε η Γοργόνα αγριεύει, βυθίζει το καράβι και πνίγει τους ναύτες.
Δύο είναι οι τύποι με τους οποίους εμφανίζεται η Γοργόνα στη λαϊκή τέχνη: Κατά τον πρώτο παριστάνεται ως γυναίκα με ουρά ψαριού από τη μέση και κάτω, που κρατάει άγκυρα στο ένα χέρι, ή άγκυρα στο ένα και πλοίο στο άλλο χέρι, ή κρατά από μία κοτσίδα με το κάθε της χέρι. Κατά τον άλλο τύπο παριστάνεται ως γυναίκα με ουρές ψαριών αντί για πόδια, ανορθωμένες συμμετρικά προς τα πάνω, τις οποίες κρατάει με τα χέρια της. Αυτού του τύπου είναι η Γοργόνα της Μονής Σκαφιδιάς, η οποία χρονολογείται στους μεταβυζαντινούς αιώνες. Το σώμα της απεικονίζεται επάνω στο νερό και περιβάλλεται από κύματα και ψάρια, ενώ επάνω και πίσω της εμφανίζεται ιστιοφόρο πλοίο που απομακρύνεται. Προφανώς οι ναύτες του έδωσαν τη σωστή απάντηση.

Και οι δύο τύποι ήταν πολύ διαδεδομένοι στο λαό , καθώς ως σύμβολο η Γοργόνα θεωρείται ότι καθιστά ακίνδυνο το κακό μάτι. Παραστάσεις της ζωγραφίστηκαν ή σκαλίστηκαν σε κασέλες, τέμπλα εκκλησιών, κοσμήματα, ακρόπρωρα πλοίων, σήματα τυπογράφων, αλλά και ανθρώπινα σώματα. Η απεικόνισή της στους τόπους λατρείας δεν έχει να κάνει με δογματικά ζητήματα, αλλά προκύπτει από τη συνήθεια την αγιογράφων να εντάσσουν στις εικόνες και θέματα κοσμικά, όπως ο ζωδιακός κύκλος ή σκηνές του καθημερινού βίου, με τα οποία οι ίδιοι και ο λαός ήταν απολύτως εξοικειωμένοι.

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2008

ΑΡΚΑΔΙΚΟ ΣΥΡΤΟ ΣΤΑ ΤΡΙΑ


Ο Θεμιστοκλής Κ. Καββαθάς (Μούστος) με τη φοράδα του Μπέλλα
.
Τίποτα δεν εζήλεψα ‘δω στον απάνου κόσμο
Να ‘μουνα νιος κι ανύπανδρος κι ένας καλός λεβέντης
Να ‘χα ένα γρήγορο άλογο και μια καλή γυναίκα
Και τ’ άλογο να ‘χε φτερά κι η κόρη μαύρα μάτια
Ποτέ μου δε θα γέρναγα ‘δω στον απάνου κόσμο.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


«Αύγουστος 1966. Κάμπος καλύβι Τζαβάρα»
.
Οι Βυτιναίοι, άνθρωποι της προκοπής και του μόχθου, τον Ιούνιο τελειώνοντας τα παιδιά τους τα σχολεία, άφηναν το χωριό και κατέβαιναν στον κάμπο. Παρ’ ότι τα κτήματα δεν απείχαν περισσότερο από δυο-τρία χιλιόμετρα, λόγω της συνεχούς εργασίας από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, έμεναν δίπλα στα χωράφια τους. Θυμάμαι δεκαετία του 1960, τέλος Ιουνίου, φόρτωναμε τα γαϊδουράκια μας με τα απαραίτητα και στήναμε το νοικοκυριό στα σπιτάκια στον κάμπο.
Ένα-δυο δωμάτια καλά ασπρισμένα κι ένα χαγιάτι συνήθως με ένα κρεββάτι, απαραίτητα με κουνουπιέρα, ένα ξύλινο πάγκο και τραπέζι. Το ένα δωμάτιο ήταν η κουζίνα, που είχε μια «γωνιά» όπου μαγείρευαμε κι ένα τσιμεντένιο νεροχύτη με μία βρύση που τή γέμιζαμε νερό από το πηγάδι, μια «κλούβα» όπου φυλάγαμε τα τρόφιμα και στον τοίχο χωμένη η πιατοθήκη, ωραία στολισμένη με χρωματιστά χαρτάκια, κομμένα σε διάφορα σχήματα. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο ή στην καλύτερη περίπτωση τσιμεντένιο. Το άλλο δωμάτιο είχε δυο-τρία κρεββάτια με άσπρες κουνουπιέρες κι απαραίτητα το εικονοστάσι. Πόσο μας άρεσε η μυρωδιά από το φρεσκοβαμμένο ασβέστη και το βρεγμένο δάπεδο!
Έξω από το κάθε σπίτι υπήρχε μια μουριά ή πλάτανος που δρόσιζε τα ζεστά μας καλοκαίρια και ξεκούραζε τους γονείς μας, κυρίως τα κυριακάτικα μεσημέρια. Το πηγάδι με το «φίλιαντρο» ήταν τόπος συγκέντρωσης μεγάλων και μικρών. Εκεί πάγωνε μέσα στο σούγλο το κρασί ή το καρπούζι. Εκεί έπλεναν οι γυναίκες τα ρούχα μέσα στην ξύλινη σκάφη και τα άπλωναν ολόλευκα και λουλακιασμένα. Εκεί φτιάχναμε σε μεγάλες πήλινες λεκάνες και λιάζαμε την «πάστα» για το χειμώνα. Εκεί παίζαμε κι εμείς κάτω από τη βερυκοκκιά, δίπλα στις βυσσινιές.
Το πρώτο μας παιχνίδι του καλοκαιριού ήταν τ’ απόβραδα πάνω στους σωρούς από τ’ άχυρα του σταριού που πριν είχαν αλωνίσει. Μαζευόμαστε δέκα δώδεκα γειτονόπουλα και ανεβαίναμε στους σωρούς, χωνόμαστε στ’ άχυρα, ένα παιχνίδι που μας άρεσε κι αδιαφορούσαμε για τη φαγούρα που θα είχαμε μετά.
Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά από τις καμμένες καλαμιές στα χωράφια που είχαν θεριστεί τα στάρια, και που απλωνόταν σ’ όλο τον κάμπο τα βράδια. Μετά το κάψιμο της καλαμιάς ακολουθούσε το «οργωπότισμα», για να ετοιμαστούν τα χωράφια για τις επόμενες καλλιέργειες, κυρίως της πατάτας ή του αραποσιτιού.
Πριν νυχτώσει, οι μανάδες με κομμάτια εφημερίδας καθάριζαν τα φαναράκια και τις λάμπες, έβαζαν πετρέλαιο και τα άναβαν. Οι πατεράδες, κάτω από το φως του φαναριού, με απόλυτη ησυχία και μεγάλη προσήλωση, άκουγαν τις ειδήσεις από το ραδιόφωνο. Ένα ραδιόφωνο που έπαιρνε μια τεράστια μπαταρία κι ελάμβανε σήμα από ένα λεπτό καλώδιο που ήταν απλωμένο στο δέντρο.
Κάποια βράδια οι άντρες ανέβαιναν και στα καφενεία του χωριού. Γύριζαν αργά, άλλοτε τραγουδώντας και άλλοτε σιωπηλοί μέσα στο σκοτάδι, να ξεχωρίζει μόνο το αναμμένο τσιγάρο τους.
Σαββατόβραδο όταν ακουγόταν η καμπάνα του εσπερινού, οι μανάδες μας έλουζαν και μας έπλεναν, έβαφαν τ’ άσπρα παπουτσάκια μας και σιδέρωναν τα καλοπλυμένα φουστανάκια ή κοντά παντελονάκια για τον κυριακάτικο εκκλησιασμό.
Όμορφα χρόνια, οι μεγάλοι αγαπημένοι μεταξύ τους, να βοηθάει ο ένας τον άλλον στις δουλειές, κι εμείς τα παιδιά χωρίς κανένα ανταγωνισμό, αφού όλα βρισκόμαστε στην ίδια κοινωνική και μορφωτική κατάσταση και με ελάχιστες ή και μηδενικές απαιτήσεις από τους γονείς. Ένα ζευγάρι παπούτσια ή ένα όμορφο φορεματάκι ήταν σαν να μας χάριζαν όλο τον κόσμο. Ένα ψεύτικο ρολόι ή δαχτυλίδι από το πανηγύρι της Παναγίτσας στη Σκαφιδιά το δεκαπενταύγουστο μας έκανε να μην κοιμόμαστε από τη χαρά μας.
Οι αναμνήσεις είναι πολλές, ευχάριστες, νοσταλγικές, γεμάτες αγάπη και με την αγνότητα των παιδικών μας χρόνων. Όσοι τις ζήσαμε, τις κουβαλάμε ακόμα, μα θαρρώ πιο πολύ αυτοί που έφυγαν από το χωριό μας. Περισσότερο οι ξενιτεμένοι μας, που τους ευχόμαστε να τους αξιώσει ο Θεός όλους να γυρίσουν πίσω και να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους στον τόπο που τόσο τους έχει λείψει και που μας λείπουν κι εμάς, και τους περιμένουμε όλους, να γεμίσει και πάλι το χωριό μας και να μας πουν για τα χρόνια που έλειπαν και εμείς για αυτά που άφησαν.
Η παραπάνω φωτογραφία είναι κι αυτή ενός ξενιτεμένου μας. Πριν σαράντα χρόνια ο Ντίνος ο Τζαβάρας, είχε έρθει στο πατρικό του στον κάμπο με την οικογένειά του. Είχε φέρει και το γιο του το Γιάννη, που κάτω από τον πλάτανο έπαιζε με την κιθάρα του κι έκανε εμάς τα γειτονόπουλα να τον ακούμε με θαυμασμό κι ενδιαφέρον για τους ήχους που έβγαιναν από «αυτό το πράγμα που δεν είχαμε ματαδεί».
Στον Γιάννη και σ’όλους τους ξενιτεμένους ευχόμαστε «καλό καλοκαίρι και του χρόνου στα Βυτιναίικα!»

Γιώτα Δρυμώνα-Καββαθά