Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

ΚΟΓΧΥΛΙΑΤΗΣ ΛΙΘΟΣ


Ιζήματα εμφανή στο σπόνδυλο του αναστηλωμένου κίονα του ναού του Διός στην Ολυμπία. Για να βελτιώσουν το αισθητικό αποτέλεσμα, οι αρχαίοι είχαν επιχρίσει τα κτήρια


Πορόλιθος με ίχνη κοραλλιών και οστράκων σε αγκωνάρι σπιτιού στο χωριό μας


Λεπτομέρεια του αγκωναριού, όπου φαίνεται μία απολιθωμένη αχιβάδα

Η ΒΥΤΙΝΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΟΥ ΧΡΟΝΩΝ


Άποψη της Βυτίνας
.
Λένε πως η μόνη πατρίδα είναι η παιδική ηλικία. Αν είναι έτσι, τότε τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων στη Βυτίνα είναι η δική μου πατρίδα.
.

"Σήμερον εμού, αύριον ετέρου και ουδέποτε τινός"...
.

Και η Αθήνα; Ασφαλώς και δεν αποκηρύσσω τη γενέτειρά μου. Είμαι Αθηναίος, επειδή γεννήθηκα στην Αθήνα, από γονείς γεννημένους στην Αθήνα και με παππούδες που ήρθαν ή βρέθηκαν σε αυτήν σε παιδική ή νεανική ηλικία και έφτιαξαν εδώ τη ζωή τους. Λέω «βρέθηκαν», γιατί όταν καταφεύγεις εδώ πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, δεν είναι κατόπιν επιλογής, αλλά αποτέλεσμα βίας.
.

Ο Πίσω Μαχαλάς
.
Ω
στόσο τα καλοκαίρια είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τα παιδικά μας χρόνια. Ίσως επειδή περικλείουν την έννοια της ελευθερίας. Ίσως επειδή το καλοκαίρι είναι η χρονική στιγμή που απομακρυνόμαστε για πρώτη φορά από τους γονείς και ορίζουμε τον εαυτό μας μόνοι. Ίσως επειδή αυτά που ανακαλύπτουμε μέσα από το παιχνίδι και την παρέα των διακοπών να καθορίζουν τη ζωή μας περισσότερο από τις γνώσεις του σχολείου. Ίσως για άλλο λόγο, ποιος ξέρει…
.

Παράθυρο κατωγιού
.
Ασφαλώς και δεν αποκηρύσσω ούτε τα καλοκαίρια στα Βυτιναίικα. Ωστόσο η Βυτίνα προηγήθηκε, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ενώ στο χωριό πρωτοκατέβηκα σε κάπως μεγαλύτερη ηλικία. Είναι και το τοπίο που μετράει. Το βουνό μου πάει περισσότερο από τον κάμπο. Το χωριό το σώζει η θάλασσα, αλλιώς δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον.
.

Ο δρόμος προς τον Άγιο Πέτρο και το χιονοδρομικό
.
Η
Βυτίνα ήταν η πρώτη επαφή μου, ως «Αθηναίου», με την έννοια του χωριού. Και τότε ήταν πραγματικό χωριό: με τα μουλάρια και τα γιδοπρόβατά του, με τους σωρούς τα ξύλα για το χειμώνα στις άκρες των δρόμων, με το περιβόλι του παππού, που το πότιζε με μεγάλη οικονομία, με εκείνο το απαίσιο γιδίσιο γάλα, που το «μοίραινα» για καμμιά ώρα, πριν κλείσω τη μύτη και το καταπιώ μονομιάς, για να απαλλαγώ από τη γκρίνια της μάνας και της γιαγιάς μου.
.

Τα Λακκώματα: κάποτε εδώ υπήρχαν πεζούλες και καλλιεργούνταν φακές
.
Ε
ίχε κι άλλα ωραία πράγματα: εκδρομές στο Κάτω Χωριό, στο Ζαρζί και στο Παραδείσι, βόλτες με το αυτοκίνητο στο Μαίναλο, στο Λιμποβίσι και στην Κερνίτσα, γιούλμπασι στην Κοκκινόβρυση και στους Αγίους Θεοδώρους.
.

Η είσοδος της Παναγίας του Πίσω Μαχαλά
.
Μ
α πρώτα απ’ όλα ήταν το παιχνίδι στο Ντρούλα, ατέλειωτο παιχνίδι μέχρις εξαντλήσεως. Το μεσημέρι φαγητό στις δώδεκα και το βράδυ στις οκτώ, και μετά βόλτα στη Δενδροστοιχία, όπου ανεβοκατέβαινε όλο το χωριό. Ακόμα έχω το φακό που είχα πάρει από τον Τριαντάφυλλο για να φωτίζω στους σκοτεινούς δρόμους.
.

Το παράθυρο της κόγχης των Αγίων Αποστόλων στο Κάτω χωριό
.
Κ
ι όταν έφθανε η γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, τα πανηγύρια στα γύρω χωριά, ο εκκλησιασμός (ήταν η μόνη ημέρα που φορούσαμε τα καλά μας και όχι τα πρόχειρα του παιχνιδιού) και οι επισκέψεις στις εορτάζουσες Μαρίες. Οι δίπλες της κυρα-Μαρίας του Πανταζόπουλου, που σαν κι εκείνες δεν έχω ξαναφάει ποτέ.
.

Το Παντζοπουλαίικο ανακαινισμένο και με νέους ιδιοκτήτες
.
Η
γιαγιά μου δεν έφτιαχνε δίπλες επειδή δεν ήταν καλή μαγείρισσα. Βιολογικά δεν ήταν γιαγιά μου, μια και η πραγματική μου γιαγιά είχε πεθάνει και ο παππούς είχε ξαναπαντρευτεί πολλά χρόνια πριν γεννηθώ. Αυτό ωστόσο δεν με έκανε να την αγαπήσω λιγότερο και να αρνηθώ το προνόμιο να έχω δύο παππούδες και τρεις γιαγιάδες! Παρά τη μέτρια μαγειρική της ικανότητα και τη σμυρναίικη κουζίνα του σπιτιού μου, θυμάμαι με νοσταλγία ορισμένα από τα φαγητά της, απλά φαγητά, αλλά νοστιμότατα μέσα στην απλότητά τους.
.

Οι απεριποίητες κληματαριές έπνιξαν τη σκάλα
.
Κ
υρίως όμως θυμάμαι τις ιστορίες της από τα παλιά και την αγνή πίστη της. Όταν μιλούσε για τα Τουρκομνήματα, για τον Παππουλάκο και για τον Κολοκοτρώνη, αλλά και για τον πρώτο γάμο της στην Αμερική, με εκείνη τη μεγαλοπρεπή απλότητα που είχαν οι γέροι μέχρι πριν μερικά χρόνια, με καθήλωνε. Γιατί ήταν απλή και ειλικρινής και οι ιστορίες της ήταν βιώματα και όχι μεταφορά εμπειριών άλλων.
.
Η Άσπρη Πλάκα για τους γεωλόγους είναι ένα "κάτοπτρο ρήγματος", αλλά για τους Βυτιναίους ο βράχος όπου οι φυματικοί και οι περιηγητές χάραζαν το όνομά τους, αναζητώντας την αθανασία
.
Έχω μείνει ώρες αμέτρητες με τους παππούδες, ακούγοντας από τα χείλη τους ιστορίες των χωριών και των προγόνων. Ανθρώπων δηλαδή που αυτοί γνώρισαν, ενώ τώρα υπάρχουν ως ανάμνηση που διαρκώς ξεθωριάζει.
.
Από αυτό το σπίτι έφυγε η προγιαγιά και οι αδερφές της για τα Βυτιναίικα
.
Ό
ταν σου δείχνει ο παππούς το σπίτι της μάνας του, που έφυγε για να παντρευτεί στα Βυτιναίικα, όταν σου δείχνει η γιαγιά τα χωράφια και το αλώνι του πατέρα της, από όπου καρτερούσαν «το ένα σπυρί σταριού να δώσει άλλο ένα», όταν ακούς ιστορίες για τον Άγιο Τρύφωνα σαν να ήταν ένας γείτονας, τότε όλα αυτά μπλέκονται με το σήμερα και γίνονται λίπασμα για να ανθίσει το αύριο.
.
Μετά τον ηρωικό θάνατο της Ελένης Λιαροπούλου και του πεθερού της Πέτρου Λιαρόπουλου, ο προπροπάππους Ανδρίκος ξαναπαντρεύτηκε τη Βασιλική Πανοπούλου από την Αλωνίσταινα. Ο γιος τους Πέτρος ήταν ο παππούς του παππού μου, που πήρε το ίδιο όνομα
.
Τελικά ίσως αυτό να ήταν τούτος ο τόπος για μένα: το μέρος όπου πρόγονοι, ιστορία, παράδοση και φύση βγήκαν στην επιφάνεια και μπόλιασαν το τρυφερό βλαστάρι που ήμουν τότε.
.
Οι πελεκάνοι τ' Αγιο-Τρυφώνου πρέπει να είχαν κέφια εκείνη τη μέρα
.
Χωρίς υπερβολή, σχεδόν όλα όσα χαρακτηρίζουν την ύπαρξή μου, με εξαίρεση τις μνήμες της Μικρασίας που μου μετέδωσαν οι άλλοι παππούδες και όσα έμαθα στο επόμενο μεγάλο σχολείο, την πόλη των σπουδών μου στο εξωτερικό, έχουν τις ρίζες τους σε εκείνο το χωριό, στο οροπέδιο κάτω από τη σπηλιά όπου η Ρέα γέννησε το Δία.
.
Τα πρίνα τσ' Αγια-Κατερίνης, απαραίτητη στάση για ξεκούραση πριν τον απότομο ανήφορο του Βαθυρέμματος
.
Τι ήταν αυτό που μου έφερε στη μνήμη εκείνα τα καλοκαίρια σήμερα που έχει τόσο κρύο; Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από τα πιο ωραία Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων, στη χιονισμένη Βυτίνα. Κι αυτές τις μέρες μαθαίνω ότι έχει χιονίσει πάλι. Πώς να κρύψω ότι ζηλεύω;
.
Το καμπαναριό του Αγίου
.
Τότε που το χωριό αποκλειόταν όταν χιόνιζε και δεν κατακλυζόταν από τις ορδές των τζιπ, ενώ η ατμόσφαιρα μοσχομύριζε ξύλο και όχι καυσαέριο από τα καλοριφέρ.
.
1874
.
Ε
κείνη τη Βυτίνα θυμάμαι κι εκείνην έχω στην καρδιά μου. Δε μπορώ να αρνηθώ την πρόοδο και την τουριστική ανάπτυξη, αλλά η ραγδαία αραχωβοποίηση των τελευταίων ετών, η ανοικοδόμηση, η κακοποίηση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας, η δήθεν εξέλιξη, με πληγώνει.
.
Το Πηγάδι με το Αθάνατο Νερό
.
Α
λήθεια, όλοι αυτοί οι τζιπάτοι που κάνουν τόσα χιλιόμετρα απλώς και μόνο για να αράξουν στις ταβέρνες και τις καφετέριες, τι καταλαβαίνουν; Τι παίρνουν μαζί τους πίσω, πέρα από «παραδοσιακά προϊόντα και ενθύμια»;
.
Ο Θρόνος που πολλοί βασιλείς θα ζήλευαν
.
Δ
ικό τους πρόβλημα. Ας μείνουν αυτοί στην πλατεία και στις ταβέρνες και ας μου αφήσουν εμένα την Πατερίτσα, το Κάτω Χωριό και το ποτάμι με τα γεφύρια του, να τα χαίρομαι με την ησυχία μου. Για να ζήσει ο καθένας τη δική του ευτυχία όπως την αντιλαμβάνεται.
.
Θρόνος Πέτρου. 7ος 1969
.
Ο
καθένας μας τελικά έχει σε αυτό τον κόσμο το βασίλειο που του αντιστοιχεί. Άλλοι είναι μεγιστάνες και διάσημοι, πλούσιοι και ισχυροί. Ο παππούς μου είχε εκεί πάνω το βασίλειό του, στις πλαγιές με τα έλατα και τα πουρνάρια. Είχε και θρόνο, ένα πέτρινο θρόνο στο σημείο που το Βαθύρεμμα συναντούσε το δρόμο που σήμερα βγάζει στο χιονοδρομικό. Ο παππούς δεν υπάρχει, ο θρόνος όμως υπάρχει. Και θα υπάρχει όσο υπάρχει η μνήμη του, αυτή που ο ίδιος καλλιέργησε και μετέδοσε σε εκείνους τους υπέροχους πρωινούς περιπάτους αξημέρωτα, στα βράχια και τις ράχες των προγόνων της παλιάς πατρίδας.
.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ, ΕΝΟΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΙΔΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΤΟΥ ΕΝ ΒΥΤΙΝΗ ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟΥ


.
Τότε παρά του Καίσαρος δόγμα εξεφωνήθη,
Εις πάσαν την υφήλιον τούτο διελαλήθη.
Διά να απογράψωσι την οικουμένην όλην,
Έρχεται και η Μαριάμ εις Βηθλεέμ την πόλιν.
Ομοίως και ο Ιωσήφ ταύτη συναναβαίνει,
Τη Μαριάμ ίνα γραφή αυτώ μεμνηστευμένη.
Βαβαί ο απερίγραπτος τω δόγματι εγράφη!
Φρίξατε όρη και βουνοί, νάπαι και τα εδάφη.
Τω δόγματι του Καίσαρος του υπό την δουλείαν,
Ο έχων την ασάλευτον αρχήν και βασιλείαν.
Βαστάζει η απείρανδρος βαστάζοντα τα πάντα,
Τον Λόγον τον συνάναρχον Πατρί συγκαταβάντα.
Ήγγικε πλέον ο καιρός η κόρη να γεννήση,
Και την τεκούσαν ο τεχθείς παρθένον να αφήση.
Αι ημέραι επλήσθησαν τεχθήναι τον δεσπότην,
Τον Βασιλέα του παντός Χριστόν τον ζωοδότην.
Γεννά η απειρόζυγος, φεύγει δε τας ωδίνας,
Τους όρους της γεννήσεως, λύπας τας ανθρωπίνας.
Εις ποία ανακτόρια ως βασιλεύς ετέχθη;
Και ποία ην τα σπάργανα όπου αυτός εδέθη;
Εις σπήλαιον σμικρότατον τεχθήναι κατεδέχθη,
Ράκη πτωχά και πενιχρά τούτοις αυτός εδέθη.
Εις σπήλαιον ο βασιλεύς το τεταπεινωμένον,
Το άτιμον, το άδοξον, το καταφρονημένον.
Εις σπήλαιον ο Κύριος, ον Χερουβείμ βαστάζει
Και των αγγέλων ο χορός λατρεύει και δοξάζει.
Πού άρα ανακλίνεται, εις ποίον χρυσόν θρόνον
Ο βασιλεύς της κτίσεως και πάντων των αιώνων;
Εν φάτνη ανατίθεται ουχί εις χρυσήν κλίνην,
Μήτε εις πορφυρένδετον, μήτε ελεφαντίνην.
Εις το παχνίον ο Θεός των ζώων των αλόγων,
Ο ποιήσας τα σύμπαντα με μοναχόν τον λόγον.
Ει και εν φάτνη τίθεται και ράκη σπαργανούται,
Αλλ’ άπαν το ανθρώπινον εκ του δεσμού λυτρούται.
Και εν αγκάλαις φέρεται, ωλέναις τε κρατείται,
Αλλ’ υπό πάσης στρατιάς αγγέλων λειτουργείται.
Μαστούς θηλάζει ως βροτός της πανάγνου Μαρίας,
Περικυκλούται ως Θεός αγγελικής χορείας.
Εκεί ήσαν και φύλακες ποιμένες αγραυλούντες,
Άγγελοι ώφθησαν αυτοίς οι τον Θεόν αινούντες.
Ιδού Κυρίου άγγελος τοις ποιμέσιν επέστη
Αυτοί δε εφοβήθησαν ο νους αυτών εξέστη
Λέγει αυτοίς ο άγγελος «φύλακες μη φοβείσθε,
»Χαράν ευαγγελίζομαι υμείς γαρ προηγείσθε.
»Εις τούτο το μυστήριον πάντων των προεχόντων
»Πόλεως Ιερουσαλήμ και πάντων των αρχόντων».
Και οι ποιμένες τρέχουσι το βρέφος προσκυνούσιν,
Οις είδον, και οις ήκουσαν και τον Θεόν αινούσιν
Οι αστρολόγοι έρχονται από Χαλδαίων χώραν,
Και τω Χριστώ προσάγουσιν έγκριτα θεία δώρα.
Χρυσόν, σμύρναν και λίβανον τω κομίσαντι πώλον,
Ως βασιλεί και ως νεκρώ και ως Θεώ των όλων.
Οι ουρανοί αγάλλονται, πάσα η γη δοξάζει,
Ηρώδης ο παράνομος μαίνεται και λυσσάζει.
Του χρόνου το διάστημα ευθύς ηκριβολόγει,
Προσκύνησιν προβάλλεται δόλον ουχ ωμολόγει.
Ιδών ο ασεβέστατος ότι κατενεπαίχθη,
Εις την αθλίαν του ψυχήν τον Σατανάν εδέχθη,
Ταράττεται, φρυάττεται, εκ των φρενών εξέστη,
Εκ του θυμού ο δυσσεβής επίληπτος κατέστη,
Τους στρατιώτας ο δεινός εις πάντα τόπον στέλλει.
Δια να αναιρέσωσιν όλα τα βρέφη θέλει.
Τη αναιρέσει των πολλών αναιρεθή ο κτίστης,
Ουκ οίδεν ότι άπρακτα φρονεί ο φρενολήπτης.
Εις Αίγυπτον κατέφυγε μη τω Ηρώδη πέση.
Το σέβας το ειδωλικόν το εν Αιγύπτω σβέση.
Οπίσω εθερίζετο βρεφών η ηλικία,
Χιλιάδες δέκα τέσσαρες εσφάγησαν παιδία,
Ραχήλ απαραμύθητος οδύρεται και κλαίει,
Και αλαλάζει γοερώς, τας παρειάς της ξέει.
Βλέπουσα άωρον σφαγήν και τον άδικον φόνον,
Το του Ηρώδου απηνές δαιμονιώδη φθόνον.
Μαστοί καταξηραίνονται, μητέρες ατεκνούνται,
Της Βηθλεέμ τα όρια αίμασιν ερυθρούνται.
Ει και Ραχήλ οδύρεται βρεφών τη σφαγιάσει
Ηρώδης όμως φλέγεται αλήκτω τη κολάσει.
Άγγελος πάλιν φαίνεται τω Ιωσήφ και φάσκει,
Να επανέλθη οίκαδε σαφώς τούτον διδάσκει.
«Εις γην πορεύου Ισραήλ τέθνηκεν ο Ληρώδης,
Ο του παιδίου την ψυχήν επιζητών Ηρώδης.» …
.
ΑΩΙΒ’ (1812) Αυγούστου ΙΒ’(12). Εν Βυτίνη.
.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ;


Στον Μιχάλη Πιερή
.
Πού είναι τα πουλιά;
Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια και σβουρίτζια και σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;
.
Πού είναι ο κοκκινολαίμης;
.
















.
Πού είναι τα παπιά;
.
Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;
.
Πού είναι ο Μολοχτός κι' ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι ο Καλαμοκανάς;
.
Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι' οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;
.
Πού είναι
ο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;
.
Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;
.
Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;
.
Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;
.
ΜΙΚΡΟ ΒΙΟ-ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ


Ο Γιώργης Παυλόπουλος γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας, στις 22 Ιουνίου 1924, όπου τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και το Γυμνάσιο. Οι σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών δεν ολοκληρώθηκαν. Εργάστηκε ως λογιστής και γραμματέας σε ιδιωτικούς φορείς.
Πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του στο περιοδικό Οδυσσέας του Πύργου το 1943. Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά Ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά έντυπα και ανθολογίες.
Συμμετείχε σε πολιτιστικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Συνεργάστηκε με τον φίλο του ποιητή Τάκη Σινόπουλο, σε μια πειραματική γραφή κοινών ποιημάτων. Ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική και συμμετείχε στην ΙΘ΄ Πανελλήνια Έκθεση Ζωγραφικής.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Πολωνία, Ρωσία, Η.Π.Α. και Καναδά.
Το 2002 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Σοκόλης η αλληλογραφία του με τον φίλο του πεζογράφο Νίκο Καχτίτση (Τα γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο).
Πέθανε στον Πύργο στις 26 Νοεμβρίου 2008 μετά από πολύχρονη ασθένεια και ετάφη την επομένη στη γενέθλια πόλη.
.

Γιώργης Παυλόπουλος και Γιώργος Σεφέρης
.
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
* Από μια πρώτη συγκίνηση, (ανάτυπο από τον τόμο Για το Σεφέρη), Αθήνα, 1962.
* Το Κατώγι, Ερμής, 1971.
* Το Σακί, Κέδρος, 1980.
* Τα Αντικλείδια, Στιγμή, 1988, (ανατύπωση, 1994).
* Τριαντατρία Χαϊκού, Στιγμή, 1990.
* Νίκος Καχτίτσης, Πέντε ανέκδοτες επιστολές στον Γιώργη Παυλόπουλο και ένα σατιρικό κείμενο, Ανάτυπο από το περιοδικό Ακτή, Λευκωσία 1993.
* Της Γύφτισσας, (τετράγλωσση έκδοση), Πύργος, ιδιωτική έκδοση, 1996.
* Λίγος Άμμος, Αθήνα, Νεφέλη, 1997.
* Ποιήματα 1943-1997 (συγκεντρωτική έκδοση), Νεφέλη 2001.
* Memories from George Seferis and Seven Poems, (tr. by Darlene Fife), West Virginia - USA, Bookstore Lewisburg, 2001.
* Πού είναι τα πουλιά; Κέδρος 2004.
* Γράμματα από την Αμερική, Γαβριηλίδης 2008.
.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ
Στα αγγλικά:
* The Cellar, [tr.by]: Peter Levi, London, Anvil Press Poetry, 1977.
* The Passkeys, [tr.by]: Darlene Fife, West Virginia - USA, Roadrunner Press, 1994.
* A little sand, [tr.by]: Darlene Fife, West Virginia - USA, Bookstore Lewisburg, 1999.
Στα ισπανικά:
* Las Lliaves Maestras, [tr.by]: Angel Marinez Fernandez, Espana, Santa Cruz de Tenerife, 1995.
.
(Από το ιστολόγιο Παραθέματα Λόγου του πατρός Παναγιώτη Καποδίστρια)

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

"ΡΑΜΠΟ" - ΑΛΕΞΗΣ - ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΙ: ΟΛΟΙ ΛΑΘΟΣ







.
Ο ειδικός φρουρός, και στο πρόσωπό του το Κράτος, υπέπεσαν σε βαρύτατο σφάλμα, διέπραξαν ένα στυγερό έγκλημα, δολοφονώντας έναν αφελή και απερίσκεπτο έφηβο, που φεύγοντας από το αναπαυτικό σαλόνι των Βορείων Προαστίων, νόμισε ότι η επανάσταση γίνεται βρίζοντας μπάτσους και πετώντας τασάκια στα στενά των Εξαρχείων. Η εσχάτη πλάνη όμως ήταν χείρων της πρώτης. Οι κουκουλοφόροι πήραν τα σφυριά και τις μολότωφ και ισοπεδώνουν, μέρες τώρα, ό,τι βρουν μπροστά τους. Κάποιοι μάλιστα σπάνε τα μαγαζιά των γονέων των "συντρόφων" τους.
Εκ του ασφαλούς όμως. Καλυμμένοι πίσω από τις κουκούλες τους, όπως οι δοσίλογοι και οι δήμιοι της Κατοχής. Ακόμη χειρότερα ωστόσο, καλυμμένοι αρκετοί από αυτούς πίσω από δημαγωγούς πολιτικούς, σαν το δίδυμο Αλαβάνου - Τσίπρα, ή πίσω από τον πλούσιο μπαμπά που θα κάνει το χρέος του, αν τύχει και οι μπάτσοι συλλάβουν το άτακτο βλαστάρι του: θα πέσουν τα κατάλληλα τηλέφωνα και ο "μικρός" θα είναι έξω, με μερικές τυπικές συστάσεις. Έτσι γίνεται, τριάντα πέντε χρόνια τώρα.
Θα συμφωνούσα με τον αγώνα των κουκουλοφόρων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις:
Ότι θα είχαν το θάρρος να μας δείξουν τα πρόσωπά τους, για να θαυμάσουμε τη λεβεντιά τους, όπως έκαναν όλοι οι αγωνιστές, όλων των αιώνων, όταν έδιναν ωραίους αγώνες.
Ότι θα έριχναν τις σφυριές τους και τις μολότωφ τους εκεί που πρέπει: στις άνομες ιδιοκτησίες των σάπιων πολιτικών και των σάπιων δημοσιογράφων, που βρίζουν από τα ιδιωτικά κανάλια την αστυνομία, περιστοιχιζόμενοι από πραιτωριανούς "φύλακες" αστυνομικούς.
Ότι, τέλος, ένας έστω από αυτούς θα είχε τα αρχίδια να θυσιάσει συμβολικά τον εαυτό του, τη ζωή του, στο βωμό των πιστεύω του.
Μπα... Είναι πολλά τα λεφτά για να τα αφήσουν σε άλλους και να θυσιάσουν το τομάρι τους.
Τσάμπα μάγκες. Σαν τους δοσίλογους και τους δήμιους της Κατοχής. Μόνο που εκείνους, ας μην το λησμονούμε, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, τους κρέμασαν.
.
Αυτές τις άγριες νύχτες, παρακολουθώντας από την τηλεόραση τα θλιβερά γεγονότα, μου ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι ενός ποιήματος του δικού μας Τάκη Σινόπουλου. Πρόκειται για τον "Καιόμενο", τον οποίο ο μεγάλος Ηλείος λογοτέχνης έγραψε και δημοσίευσε στη συλλογή "Μεταίχμιο Β' " το 1957. Μισός αιώνας μας χωρίζει από τότε, και μία άβυσσος.
.
.
.
.
.
Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ' το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.
.