Τρίτη 31 Μαΐου 2011

ΔΕΝΔΡΑ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ


Κυπαρίσσι, ελιές και πικροδάφνες στο δρόμο


Η γέγυρα του Κλαδέου και το γυμνό Κρόνιον στο βάθος



Το Φιλιππείον


Οι σωριασμένοι κίονες του Ολυμπίου Διος


Ο αναστηλωμένος κίων του Ολυμπίου Διος και το Κρόνιον


Πικροδάφνες στο Λεωνιδαίον


Το Ολυμπιείον «ες γην»


Δύο πεύκα του Σταδίου που γλύτωσαν από το ολοκαύτωμα του 2007


Τα πεύκα στους πρόποδες του Κρονίου που σώθηκαν


Ψηλόλιγνα πεύκα της Ηλείας


Γέρικο πεύκο δίπλα από το Ολυμπιείον


Μεγάλο πεύκο κοντά στο Φιλιππείον


Δρυς κοντά στο Ηραίον


Δρυς, πεύκα και μία ελιά


Το Φιλιππείον και μία γέρικη δρυς


Το Φιλιππείον και πεύκα

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ, ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ


Στους πρόποδες της Ακροπόλεως, λίγα χρόνια μετά την ηρωική νύχτα
.
«Η καταγωγή της πατρικής οικογένειάς μου είναι από τη Λευκάδα, και συγκεκριμένα από το χωριό Πηγαδισάνοι, που βρίσκεται κοντά στην Καρυά Λευκάδας. Ο πατέρας μου σπούδασε δασάρχης και ήταν δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Γεωργίας. Η υπηρεσία του τον έστειλε στην Αυστρία, απ’ όπου γύρισε μαζί μ’ έναν Αυστριακό καθηγητή και έκαναν τη Δασική Σχολή Βυτίνας Αρκαδίας, στις υπώρειες του Μαινάλου. Εκεί γνώρισε και τη μητέρα μου Γεωργία, η οποία κατάγεται από την οικογένεια Ρουμελιώτη της Βυτίνας Αρκαδίας, όπου και παντρεύθηκαν. Μετά άρχισαν οι μεταθέσεις. Έτσι, εγώ γεννήθηκα στην Πάτρα, στις 22 Φεβρουαρίου 1922. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά: την Κωνσταντίνα, τη Μαίρη, εμένα και την Ειρήνη…»
.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Απόστολου Σάντα «Μια νύχτα στην Ακρόπολη… Μνήμες από μια σπουδαία εποχή», εκδόσεις Βιβλιόραμα)
.

Έπαρση της γερμανικής σημαίας στον ιστό της Ακροπόλεως το 1941
.

.
Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή και ηρωική. Εβδομήντα χρόνια πριν, σαν σήμερα, ο γερμανικός στρατός κατοχής υφίστατο μια βαρύτατη προσβολή από δύο νεαρούς, το Μανώλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα, που αποφάσισαν και επιχείρησαν το ακατόρθωτο, την υποστολή της γερμανικής στρατιωτικής σημαίας από την Ακρόπολη της Αθήνας. Σήμερα, ο πληγωμένος ελληνικός λαός, σε αναζήτηση νέων ηρώων, καλείται να εμπνευστεί από εκείνα τα παιδιά που αψήφησαν τα πάντα και κέρδισαν την αιώνια δόξα και τιμή.
Ο Απόστολος Σάντας απεβίωσε πριν από ένα μήνα, το Σάββατο 30 Απριλίου 2011 και κατέλαβε την αιώνια θέση του στο πάνθεον των ηρώων του Ελληνισμού.
.
Άλλη αφήγηση του ίδιου του Λάκη Σάντα από το Ηλεία Τώρα εδώ.
.

Η Μελίνα Μερκούρη, ο Απόστολος Σάντας, ο Μανώλης Γλέζος και ο Μανώλης Ανδρόνικος κατά τα αποκαλυπτήρια της αναμνηστικής πλάκας στην Ακρόπολη το 1982
.

.
Το βίντεο με την εξιστόρηση των δύο πρωταγωνιστών από την εκπομπή «Πρώτη Σελίδα» του Φρέντυ Γερμανού εδώ.
.

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

ΣΑΝ ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ



Σαν τα μάρμαρα της Πόλης που ‘ναι στην Αγιά Σοφιά
έτσι τα ‘χεις ταιριασμένα μάτια, φρύδια και μαλλιά.

Απεφάσισα να γίνω στην Αγιά Σοφιά κουμπές
να ‘ρχονται να προσκυνούνε Τουρκοπούλες και Ρουμιές.

Άσπρη μου παχιά σουλτάνα την καρδιά μου ράϊσες
και τον νου μου τον επήρες και τον επαλάβωσες.

Δεν μπορώ να καταλάβω, Τούρκα είσαι για Ρουμιά
για Εγγλέζα για Φραντζέζα κι έχεις τέτοιαν εμορφιά.

(Παραδοσιακό ερωτικό τραγούδι της Θράκης. Η γυναικεία ομορφιά μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τις πολυτελείς ορθομαρμαρώσεις της Αγίας Σοφίας)










Ο άγγελος Σεραφείμ που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στο σφαιρικό τρίγωνο που βρίσκεται κάτω από τον τρούλλο του ναού


Σάββατο 28 Μαΐου 2011

«ΟΙ ΛΑΜΠΡΕΣ ΚΟΛΩΝΕΣ ΤΩΝ ΒΑΣΣΩΝ»


.
Βάσσες
.
Μας ξύπνησαν οι πετεινοί. Το φως. Η γλώσσα η πρωινή
Της τροκάνας, γαυγίσματα σκυλιών και αποκρίσεις πετεινών.
Όλοι στο πόδι. Και κατεβήκαμε με τις βαλίτσες,
Ποθώντας να κινήσουμε μέσα στα μαγιολούλουδα και τις ζεστές τις πέτρες
Ενός Μαγιάτικου πρωινού στην Πελοπόννησο.
Δρόμοι ορεινοί, φρεσκοασφαλτοστρωμένοι,
Κατεβασμένα τα παράθυρα, σαν σέλλες να γυαλίζουν τα καθίσματα,
Κι έπειτα μια τελευταία στροφή μέχρι να βρούμε τις λαμπρές κολώνες
Των Βασσών να συντηρούνται τώρα κάτω από καναβάτσο.
Μας έλειψε η κλασσική τους τάξη κι αίσθηση,
Μα το γαρμπίλι που έτριζε κάτω από το στέγαστρο
Επικύρωσε την παρουσία μας, όπως κι ένας κούκκος
Που σήμαινε την ώρα διαρκώς καθώς καθόμουν κείθε
Χαζεύοντας τις πεταλούδες στην προ-φυσιοδιφική χλωρίδα.
.
Seamus Heaney
.
Από το Apia - Epikourios
.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

ΟΙ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΟΛΟ ΝΕΣΠΟΛΙ


Η πατρίδα μας στις 25 του περασμένου Μαρτίου, όμορφη και με τις κορυφές της χιονισμένες


Σικελία, Κάτω Ιταλία και Ιόνιο Πέλαγος, μέσα από το παράθυρο του διαστημικού σταθμού


Αριστερά η αχαϊκή ακτογραμμή, η Πάτρα και η γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου. Δεξιά η Αιτωλοακαρνανία και κάτω δεξιά η τεχνητή λίμνη του Μόρνου. 7 Απριλίου 2011


Το Αιγαίο με τα νησιά και η Κρήτη. Αριστερά η Πελοπόννησος, δεξιά η Μικρά Ασία. 3 Απριλίου 2011


Η Αθήνα τη νύχτα, μια γλυκιά ερωμένη, το βράδυ της 24ης Φεβρουαρίου 2011


Η Κύπρος. Δεξιά η μικρασιατική ακτή, στο βάθος νεφοσκεπής η Ελλάδα, πριν δύο εβδομάδες, στις 11 του μηνός


Η Κωνσταντινούπολη το βράδυ της 11ης του περασμένου Φεβρουαρίου


Η Σελήνη, 1η Φεβρουαρίου 2011


Αριστερά, ο Πάολο Νέσπολι

Ο Ιταλός Πάολο Νέσπολι, αστροναύτης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA) και διάσημος πλέον φωτογράφος, επέστρεψε στη Γη σήμερα τα ξημερώματα, έπειτα από έξι μήνες παραμονής στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (ISS).
Οι φωτογραφίες που αναρτούσε στο λογαριασμό του στο Flickr.com έχουν γίνει αντικείμενο θαυμασμού. Ιδιαίτερη είναι η προτίμησή του στη φωτογράφηση περιοχών της πατρίδας μας. Από τη συλλογή των δορυφορικών φωτογραφιών του, παρουσιάζονται εδώ όσες απεικονίζουν την Πελοπόννησο, καθώς και μερικές επιπλέον που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ, 3/15 ΜΑΪΟΥ 1841


Η περικεφαλαία και το σελαχλίκι του Κολοκοτρώνη (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
.
Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Το Μάιο του 1841, ευρισκόμενος στο κτήμα του πέριξ του Ναυπλίου, κάλεσε το συμβολαιογράφο Χαράλαμπο Παπαδόπουλο και συνέταξε τη διαθήκη του, την οποία ο ιστορικός Τάκης Κανδηλώρος δημοσίευσε στο έργο του «Αρκαδική Επετηρίς» το 1906.
Ο λόγιος και ιστοριοδίφης Τάκης Χ. Κανδηλώρος (1874-1934), με καταγωγή από τη Δημητσάνα της Γορτυνίας, ήταν αρχικά δικηγόρος στον Πύργο. Ακολούθως διορίστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με ιστορικές και άλλες μελέτες. Έγραψε την «Ιστορία της Δημητσάνης» και την «Ιστορία της Γορτυνίας», τη «Βιογραφία του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’», τη «Δίκη του Κολοκοτρώνη», τον «Αρματωλισμό της Πελοποννήσου» και άλλα βιβλία, ιστορικά, λαογραφικά κλπ. Το 1903 εξέδωσε την «Αρκαδική επετηρίδα» σε δύο τόμους (1903 και 1906). Ο Κανδηλώρος υπήρξε πρωτοπόρος στην έρευνα της ιστορίας της Δημητσάνας, της Γορτυνίας και της Πελοποννήσου γενικότερα. Τα έργα του διαβάζονται με ενδιαφέρον και σήμερα, διότι περιέχουν αξιόλογες ιστορικές πληροφορίες.
.

Η υπογραφή του Κολοκοτρώνη σε έγγραφο που έχει συνταχθεί στην Τριπολιτσά το 1823, κάτω αριστερά, μετά την υπογραφή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και πριν την υπογραφή του Σωτήρη Χαραλάμπη
.
(Αριθμός Συμβολαίου 12776, σελίς 567)
.
Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τεσσαρακοστόν πρώτον έτος, την τρίτην του μηνός Μαΐου, ημέραν Σάββατον, ώραν εβδόμην πριν της μεσημβρίας, παρουσιασθείς εν τω συμβολαιογραφικώ μας γραφείω και οικία μου υπ’ αριθ. 37 τριάκοντα επτά, τη κειμένη παρά τω ανακτορίω, ενώπιον εμού του υπογεγραμμένου Συμβολαιογράφου Ναυπλίας Χαραλάμπους Παπαδοπούλου, κατοίκου Ναυπλίου, ο κύριος Ιωάννης του ποτέ Γεωργίου Κουτζοπαπά από το χωρίον Αχούρια της Μαντινείας, γνωστός μας υπηρέτης προ πολλών ετών του αντιστρατήγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ευρισκόμενος ήδη παρ’ αυτώ, μοι είπεν ότι απεστάλη πάρα του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, να με προσκαλέση δια να απέλθω εις την εκλαμπρότητά του, κάτοικον μεν εις Αθήνας, αλλ’ ήδη διαμένοντα προς το παρόν εις το πέριξ της Ναυπλίας κτήμα του ονομαζόμενον Κιουλουτεπέ.
Όθεν παραλαβών δύο μάρτυρας τους κυρίους τον Συνταγματάρχην Στρατιωτικόν Νομοεπιθεωρητήν Αργολιδοκορινθίας Αλέξιον Βλαχόπουλον και Νικόλαον Σπηλιάδην, κτηματίαν, κατοίκους Ναυπλίου κατά την ενορίαν της Παναγίας γνωστούς μας πολίτας Έλληνας και ασχέτους πάσης συγγενείας με την εκλαμπρότητά του και απήλθον εις το πέριξ της Ναυπλίας μνησθέν κτήμα του μετά των ειρημένων μαρτύρων, όπου εύρον την εκλαμπρότητά του τον γνωστόν μας αντιστράτηγον κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην υγιαίνοντα και έχοντα τας φρένας του σώας, τον οποίον ερωτήσας διατί με προσεκάλεσεν, απεκρίθη και ενώπιον των μαρτύρων, ότι θέλω να μου γράψης την διαθήκην.
Όθεν προσεκάλεσα τους διαληφθέντας μάρτυρας να ορκισθώσιν δια να φυλάξωσι μυστικόν ό,τι ήθελον ακούσει εις την παρούσαν διαθήκην του, μέχρι δηλαδή της αποβιώσεως του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, οίτινες επιθέσαντες τας χείρας των επί της εικόνος της Θεοτόκου ωρκίσθησαν ως εφεξής: «και ορκιζόμεθα να φυλάξωμεν μυστικόν ό,τι ήθελεν ακούσωμεν εις την παρούσαν διαθήκην του αντιστρατήγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη μέχρι της αποβιώσεώς του».
Μετά δε την ορκοδοσίαν των μαρτύρων ήρξατο ο μνησθείς διαθέτης, η εκλαμπρότης του ο αντιστράτηγος κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, να ομολογή ιδίω του στόματι οικειοθελώς και απαραβιάστως ενώπιόν μου και των ειρημένων μαρτύρων, του οποίου τους λόγους γράφω εγώ ο υπογεγραμμένος συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος εις την παρούσαν διαθήκην του απαραλλάκτως και αυτολεξεί, ως εφεξής :
«Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρονόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Παναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρονών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το μερίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον.
Με όλον ότι είνε εις όνομα του Γενναίου τα κτήματα και αυτός τα καλλιεργεί και ενεργεί όλας μας τας υποθέσεις, άλλα όλα αυτά αποκτήθησαν εν ονόματι του οσπητιού μας και δια της συνδρομής της εδικής μου και της πατρικής ενεργείας, τόσον με λόγον, καθώς και με έργον και με χρήματα αλλά όλη η περιουσία του οσπητιού μας, καθώς επάνω λέγω εις την παρούσαν μου διαθήκην να μοιρασθή καθώς διατάττω χωρίς να γίνη διαφορετικά.
Ο Γενναίος, επειδή είνε ο μεγαλήτερος των παιδιών μου, αυτός να εκτέλεση την διαθήκην μου και να μοιράση, καθώς λέγω, χωρίς να αδικηθή κανένα μου από τα παιδιά εις το παραμικρόν.
Τα ζαπράζια (= ασημένια κοσμήματα της παραδοσιακής φορεσιάς), όπου έχω από τον πατέρα μου, να τα πάρη ο υιός μου Κωνσταντίνος γιατί του τα είχα προ καιρού χαρισμένα. Η Γεωργίτσα του Γενναίου να προικισθή από μέσα το σπίτι μας δηλαδή από το κοινόν. Την εικόνα, όπου μου έχει χαρισμένην ο στρατηγός Ρεβελιώτης και το σπαθί μου όπου φορώ, να το λάβη ο υιός μου Παναγιωτάκης και να μην εμπούν σε μοίρασμα και ο Κωνσταντίνος ο υιός μου να παντρευθή μέσα από το σπίτι μας, δηλαδή όλα τα έξοδα. Την ταμπακέρα, όπου έχω από τον Κυβερνήτην, την χαρίζω του έγγονά μου του Κωνσταντάκη του Γενναίου. Αυτή η υστερνή μου θέλησις, και καθώς παραγγέλλω να εκτελεσθή η παρούσα μου διαθήκη, χωρίς καμμία φιλονεικία μεταξύ των παιδιών μου, εις τα οποία αφίνω την πατρικήν μου ευχήν, καθώς και εις όλους τους συγγενείς και φίλους μου και εχθρούς μου, αν είχα.
Η περιουσία μου συνίσταται εις σπίτια, αμπέλια, σταφίδες, περιβόλια, μύλους, δέντρα διάφορα, πρόβατα, ασημικά, τζεβαϊρικά (= κοσμήματα), άρματα, σκεύη διάφορα, τραπέζας και λοιπά και να μοιρασθή μετά τον θάνατον μου, καθώς διέταξα».

Τον ερώτησα αν έχη ευχαρίστησιν να αφήση τινά βοήθειαν εις φιλανθρωπικά καταστήματα, απεκρίθη: «έκαμα ό,τι ημπόρεσα και θέλω κάμει όσον θα ζήσω».
Ταύτα ωμολόγησεν ενώπιον μου και των μαρτύρων ο διαθέτης κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης οικειοθελώς ιδίω αυτού στόματι, και ταύτα πάντα έγραψα εγώ ο υπογεγραμμένος Συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος εις την παρούσαν του διαθήκην αυτολεξεί, ως εξεφράσθη, την οποίαν ταύτην διαθήκην του, αφ’ ου ανέγνωσα ευκρινώς ενώπιόν του και των ειρημένων μαρτύρων και αφού παρετήρησαν αυτήν και οι μάρτυρες, ότι έγραφα απαραλλάκτως κατά τας διατάξεις του αυτού διαθέτου, υπεγράφη παρά της εκλαμπρότητός του ιδιοχείρως του, υπεγράφη παρά των μαρτύρων και παρ’ εμού του Συμβολαιογράφου Χαράλαμπους Παπαδοπούλου.
.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Αλέξιος Βλαχόπουλος μάρτυς
Νικόλαος Σπηλιάδης μάρτυς
Ο Συμβολαιογράφος
Χαράλαμπος Παπαδόπουλος
.
Πηγή: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού
.

«ΟΙ ΦΡΑΚΑΣΑΝΕΣ»


.
ΚΑΘΩΣ ΓΥΡΙΖΑ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἔ­πια­σε ξαφ­νι­κὰ μιὰ μπό­ρα καὶ ἔ­γι­να μού­σκε­μα. Φο­βή­θη­κα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν συ­νη­θι­σμέ­νο μου δρό­μο κά­τω ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες πεῦ­κες καὶ ἔ­τσι πῆ­ρα τὴν γυ­μνὴ δη­μο­σιά, ποὺ κα­τα­λή­γει στὸ χω­ριό. Στὸ χτῆ­μα ἔ­φτα­σα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε πά­λι ὁ ἥ­λιος, καὶ μπῆ­κα μέ­σα σκαρ­φα­λώ­νον­τας πά­νω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πορ­τό­νι μὲ τὶς βρε­μέ­νες ρο­δο­δάφ­νες. Στὸ πε­ρι­βό­λι ὅ­λα ἦ­ταν γα­λή­νια, φρε­σκο­πλυ­μέ­να καὶ κα­τα­πρά­σι­να, οἱ ἀ­χλα­δι­ές εἶ­χαν ἀ­κό­μα με­ρι­κὰ ἄν­θη, στὰ φύλ­λα τους κρα­τοῦ­σαν χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς ποὺ γι­ά­λι­ζαν σὰν χάν­τρες. Ἡ τε­λευ­ταί­α βρο­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, σκέ­φτη­κα. Τό­τε εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι ἕ­να με­γά­λο ἄ­σπρο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἐρ­χό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος μου ἀρ­γά, ὁ ἥ­λιος στε­φά­νω­νε τὰ μαλ­λιά της, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μαύ­ρη πο­διά της πρό­βα­λαν δυ­ὸ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λα βυ­ζιά.
Γύ­ρε­ψα μιὰ πρό­φα­ση νὰ τὰ πιά­σω. Ἑ­λέ­νη, τῆς εἶ­πα, για­τὶ δὲν ἔρ­χε­σαι νὰ σοῦ δί­νω τρι­αν­τά­φυλ­λα, πί­σω ἀ­πὸ κεί­νη τὴν πα­σχα­λιὰ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει φυ­τέ­ψει μιὰ τρι­αν­ταφυλ­λιὰ κα­τα­κί­τρι­νη. Θέ­λω, μοῦ λέ­ει, τὸ τε­τρά­διό σου τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, θὰ σοῦ τὸ φέ­ρω τὴν Πα­ρα­σκευ­ή. Τὸ πῆ­ρε κι ἔ­φυ­γε λέ­γον­τας σὲ εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λὺ καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ μοῦ τό­φε­ρε ὁ ἀ­δελ­φός της, ἕ­νας τσό­γλα­νος κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ χρο­νῶν, ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να δυ­ὸ κε­φά­λια, μαλ­λια­ρός, μὲ μιὰ χον­τρὴ μο­νο­κόμ­μα­τη φω­νή.
να με­ση­μέ­ρι κα­θό­μουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο καὶ δι­ά­βα­ζα. Δί­πλα μου εἶ­χα μιὰ στά­μνα μὲ νε­ρό, ἔ­κα­νε ζέ­στη, κά­θε τό­σο ἔ­πι­να λί­γο νε­ρὸ καὶ ὕ­στε­ρα κα­τά­βρε­χα λίγο τὴ γῆ. Τὸ χῶ­μα εἶ­χε σκά­σει σὲ με­γά­λα κομ­μά­τια, ὅ­ταν τὸ πό­τι­ζα θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἀ­φή­νον­τας μιὰ εὐ­χά­ρι­στη, βα­ρειὰ μυ­ρου­διά.
­κου­σα βή­μα­τα στὰ χα­λί­κια κι ὅ­ταν σή­κω­σα τὸ κε­φά­λι μου, εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἡ Ἑ­λέ­νη, ντυ­μέ­νη μὲ ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φό­ρε­μα γε­μά­το πο­λύ­χρω­μα λου­λού­δια. Θέ­λω πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­τρά­διο τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, μοῦ εἶ­πε καὶ μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να ἀ­πλα­νὲς χα­μό­γε­λο, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να πλα­νιό­ταν πέ­ρα δῶ­θε κι ἅ­πλω­νε τὰ χέ­ρια της νὰ φθά­σει ἕ­να κλα­δὶ τοῦ δέν­τρου. Δὲν τὸ ἔ­χω, τῆς εἶ­πα, θὰ μοῦ τὸ φέ­ρει ὁ Τά­κης τὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­λα νὰ δι­α­βά­σου­με μα­ζί. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἔ­πια­σε τὸ κλα­δί, τὸ ἅρ­πα­ξε μὲ τὰ δυ­ό της χέ­ρια καὶ ἔ­κα­νε μιὰ μᾶλ­λον ἀ­δέ­ξια ἕλ­ξη, τεν­τώ­νον­τας νω­χε­λι­κὰ τὸ κορ­μί της. Ὕ­στε­ρα πή­δη­σε, τί­να­ξε τὸ κε­φά­λι νὰ δι­ορ­θώ­σει τὰ μαλ­λιά της κι ἔ­φυ­γε. Μὴ μὲ πε­ρι­μέ­νεις, μοῦ φώ­να­ξε.
Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρα τὰ βι­βλί­α μου καὶ πῆ­γα στὸ ἀμ­πέ­λι. Ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ παίρ­νει τὴ γνώ­ρι­μη μυ­ρου­διά του τὸ κλῆ­μα. Τῆς Ἁ­για Μα­ρί­νας ρό­γα καὶ τ’ Ἁ­η­λιὸς στα­φύ­λι, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά μου. Ἔ­φε­ρα στὸ μυα­λό μου τὶς ρό­γες τῆς Ἑ­λέ­νης. Ἐ­κεί­νη ἦρ­θε σὲ λί­γο φο­ρών­τας μιὰ στε­νὴ χα­κὶ φού­στα καὶ ἄ­σπρο που­κά­μι­σο χω­ρὶς σου­τι­έν. Θέ­λεις νὰ φᾶ­με κα­νέ­να σύ­κο, τῆς εἶ­πα καὶ τὴν πῆ­γα στὴν ἄ­κρη τοῦ ἀμ­πε­λιοῦ. Τὰ πρῶ­τα σύ­κα εἴ­χα­νε ἤ­δη γίνει, οἱ φρα­κα­σά­νες ὅ­πως τὰ ἔ­λε­γαν. Με­γά­λα ἴ­σα­με ἕ­να πορ­το­κά­λι, ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα τους κρε­μό­ταν μιὰ στα­γό­να πη­χτὸ μέ­λι μὲ κα­φὲ χρῶμα. Ἔ­βα­λα τὴν Ἑ­λέ­νη νὰ κα­θή­σει, τῆς ἔ­φε­ρα σύ­κα καὶ τῆς ἄ­νοι­ξα τὸ κουμ­πὶ ἀ­πὸ τὸ ἄ­σπρο της που­κά­μι­σο. Τὸ δε­ξί της βυ­ζὶ γλί­στρη­σε ἔ­ξω, ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο στρογ­γυ­λὸ ἀ­π’ ὅ­σο τὸ φαν­τά­στη­κα, ἡ ρό­γα του κά­πως κω­νι­κή. Ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι μου καὶ κεί­νη ἔ­σκυ­ψε ὁ­λό­τε­λα πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Φράπ, ἀ­κού­στη­κε τό­τε στὸ φρά­χτη καὶ φά­νη­κε ὁ τσό­γλα­νος, ὁ ἀ­δελ­φός της, ψη­λὸς καὶ κα­κο­βι­δω­μέ­νος. Ἡ Ἑ­λέ­νη κουμ­πώ­θη­κε βι­α­στι­κά, ἄ­νοι­ξε ἕ­να βι­βλί­ο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει, ἐ­μέ­να τὰ πό­δια μου ἔ­τρε­μαν. Ὁ ἀ­δελ­φός της μᾶς χαι­ρέ­τη­σε με­θ’ ὑ­πο­κλί­σε­ως, σάλ­τα­ρε στὴ συ­κιὰ κι ἄρ­χι­σε νὰ τρώ­ει φρα­κα­σά­νες. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἀ­πό­φευ­γε νὰ μὲ κοι­τά­ξει, γύ­ρι­ζε τὶς σε­λί­δες τοῦ βι­βλί­ου καὶ κά­θε τό­σο ἴ­σι­ω­νε τὴ φού­στα της. Ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­κε καὶ περ­πα­τή­σα­με μα­ζὶ πιὸ πέ­ρα. Μπή­κα­με σὲ ἕ­να με­γά­λο λάκ­κο ἀ­νά­με­σα σὲ κλή­μα­τα, τὸν εἴ­χα­με σκά­ψει στὴν Κα­το­χὴ καὶ κρύ­ψα­με μέ­σα χαλ­κώ­μα­τα καὶ ὅ­πλα. Δο­κί­μα­σα νὰ πιά­σω πά­λι τὸ βυ­ζὶ τῆς Ἑ­λέ­νης, ἐ­κεί­νη τρα­βή­χτη­κε, για­τὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι, μοῦ εἶ­πε. Μά­ζε­ψε τά βι­βλί­α της, φώ­να­ξε τὸν ἀ­δελ­φό της καὶ ἔ­φυ­γε. Ἐ­κεῖ­νος πή­δη­σε ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο, μὲ πα­ρα­τή­ρη­σε μὲ βλέμ­μα κά­πως μυ­στή­ριο κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε χω­ρὶς νὰ μὲ χαι­ρε­τή­σει, τρώ­γον­τας φρα­κα­σά­νες.
1962

Από τη συλλογή διηγημάτων «Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη», εκδόσεις Τράμ, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1973



Ο διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος γεννήθηκε το 1930 στον Πύργο Ηλείας. Εργάσθηκε ως στρατιωτικός ιατρός. Έργα του: Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη (Τραμ, Θεσσαλονίκη 1973), Θερμά θαλάσσια λουτρά (Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1981) κ. ά. Τελευταίο του βιβλίο: Ο Θησαυρός των Αηδονιών (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2009).

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Η ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΚΟΥΡΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ ΤΟΥ EDWARD DODWELL


Η Κοιλάδα της Ολυμπίας [Plains of Olympia. Edward Dodwell: Views in Greece, London 1821, p. 111]


Ο ναός του Επικουρίου Απόλλωνος [Temple of Apollo Epicurius. Edward Dodwell: Views in Greece, London 1821, p. 115]

Ο Έντουαρντ Ντόντουελ ήταν ένας Ιρλανδός ζωγράφος, περιηγητής και αρχαιοδίφης. Γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1767 στο Δουβλίνο και πέθανε στη Ρώμη στις 13 Μαΐου 1832. Ταξίδεψε στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 1801 και 1806. Ακολούθως πέρασε το περισσότερο διάστημα της ζωής του στην Ιταλία, στη Νάπολη και στη Ρώμη, όπου και απεβίωσε.
Μετά την περιήγησή του στην Ελλάδα, το 1819 δημοσίευσε το έργο «Κλασσική και Τοπογραφική Περιήγηση στην Ελλάδα». Στη γερμανική του μετάφραση το 1821 περιλαμβάνονται τριάντα έγχρωμα χαρακτικά με τοπία της χώρας. Από αυτά ένα απεικονίζει την κοιλάδα της Ολυμπίας με τον Αλφειό. Σε αυτήν δεν διακρίνονται οι αρχαιότητες, επειδή δεν είχαν ακόμη ανασκαφεί. Ένα άλλο απεικονίζει το ναό του Επικουρίου Απόλλωνος, που είχε ανακαλυφθεί, ανασκαφεί και λεηλατηθεί από τους Άγγλους λίγα χρόνια πριν.



Σε αυτόν οφείλουμε την απεικόνιση του Κάστρου της Αθήνας όπως ήταν τις παραμονές της Επαναστάσεως, με τον τουρκικό οικισμό και το τζαμί εντός του ερειπωμένου Παρθενώνα.
Η ακρίβεια στην απόδοση των τοπίων, των αρχαίων ερειπίων και των ανθρωπίνων μορφών με τις ενδυμασίες τους καθιστούν τις γκραβούρες του πραγματικές μαρτυρίες της εποχής. Η ακρίβεια και η παρουσία χρώματος καθιστά, δύο αιώνες μετά τη δημιουργία τους, τα έργα του Ντόντουελ δυσεύρετα και πολύτιμα.

Περισσότερα για τα βιβλία του εδώ.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Η ΖΩΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ ΣΤΙΣ ΒΑΣΣΕΣ ΦΙΓΑΛΕΙΑΣ


Σχεδιαστική αναπαράσταση του σηκού του ναού. Ξεχωρίζουν οι ιωνικοί ημικίονες, στο βάθος ο κορινθιακός κίων και άνωθεν των κιόνων η ζωφόρος


Παλαιά φωτογραφία του ναού, όπου οι τοίχοι του σηκού είναι κατεδαφισμένοι


Εξωτερική άποψη του ναού, όπου οι τοίχοι του σηκού έχουν αναστηλωθεί


Ο αναστηλωμένος σηκός του ναού με τους ιωνικούς ημικίονες. Μπροστά η βάση του μονήρους κορινθιακού κίονος

Κενταυρομαχία
































Αμαζονομαχία




































Η παρούσα ανάρτηση αφιερώνεται σε όσους αγαπούν το ναό του Επικουρίου Απόλλωνος και αγωνίζονται να τον κάνουν γνωστό στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ιδιαιτέρως δε στα συνεργεία που εργάζονται επί δεκαετίες στις αναστηλωτικές εργασίες του αρχαίου μνημείου, με την ευχή ο ήλιος του Απόλλωνος να ξαναφωτίσει τόσο τον ίδιο το ναό, όσο και τα μέλη του που επί του παρόντος βρίσκονται στο νεφοσκεπές Λονδίνο.