Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

Ο ΒΥΤΙΝΑΙΟΣ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ


Προσωπογραφία του Νικολάου Ταμπακόπουλου. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
.
Ο Νικολής Ταμπακόπουλος ήταν εύπορος Βυτιναίος οπλαρχηγός. Εργαζόταν ως σαράφης (τοκογλύφος) και μαζί με τον Τουρκαλβανό Σεϊντή Λαλιώτη ασχολιόταν ως φοροεισπράκτορας της περιοχής Καλαβρύτων. Το όνομά του εμπλέκεται στο επεισόδιο της 18ης Μαρτίου 1821 στη Χελωνοσπηλιά της Κατσάνας, κοντά στη Λυκούρια, λίγες ημέρες πριν την έναρξη της Επαναστάσεως όταν, με την έγκριση του γερο-Ασημάκη Ζαΐμη, ο Ιωάννης Χονδρογιάννης από το Μάζι Καλαβρύτων τους επιτέθηκε, καθώς είχε πληροφορίες ότι μετέφεραν χρήματα και χρεόγραφα από τα Καλάβρυτα στην Τριπολιτσά.
Η έναρξη της Επαναστάσεως τον βρήκε επικεφαλής ομάδας υπέρ των εκατό Βυτιναίων πολεμιστών. Συμμετείχε με τους άλλους οπλαρχηγούς και προεστούς στη Συνέλευση των Καλτεζών, που έλαβε χώρα στην ομώνυμη μονή από τις 20 έως τις 26 Μαΐου 1821, με σκοπό τη δημιουργία τοπικής πολιτικής αρχής.
Γράφει για αυτόν ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος) στο έργο του Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών: «Οὗτος κατήγετο ἐκ Βυτίνης. Ὑπηρέτησε δὲ πολιτικῶς καὶ στρατιωτικῶς. Ἐγένετο μέλος τῆς ἐφορείας τῶν Τρικόρφων ἐπὶ τῆς προεδρείας τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη. Εὑρέθη δὲ εἰς πολλὰς μάχας, καὶ ἰδίως εἰς τὴν μάχην τοῦ Δερβενακίου κατὰ τοῦ Δράμαλη. Ἐφονεύθη εἰς τὴν ἀτυχῆ μάχην τῶν Τρικόρφων ἐπὶ τοῦ Ἰβραὴμ πασᾶ. Ἡ πολυμελὴς αὕτη οἰκογένεια τῶν Ταμπακοπούλων πολὺ ἐχρησίμευσε κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ πρὸ πάντων ὁ ἱεροδιάκονος Ἰωσὴφ, ὁ γνωστὸς εἰς Ἀθήνας, καὶ χρηματίσας ἡγούμενος τῆς μονῆς Καισαριανῆς, ὅστις ἐπολέμησε κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς ἀκροπόλεως, καὶ ἄφησε μνήμην τῆς παληκαριᾶς του.»
Η Μάχη εν Τρικόρφοις, που περιγράφεται από το Φωτάκο, διεξήχθη στις 23 Ιουνίου 1825 μεταξύ των Ελλήνων και των Τουρκοαιγυπτίων και είχε ως στόχο την ανακατάληψη της Τριπολιτσάς, που είχε καταληφθεί από τον Ιμπραήμ. Ελληνική δύναμη 4000 ανδρών υπό τον Κολοκοτρώνη πήρε θέσεις στα Τρίκορφα και έφτιαξε ταμπούρια. Ο Ιμπραήμ όμως βγήκε από την πόλη και επιτέθηκε έγκαιρα με όλες τις δυνάμεις του, επιτυγχάνοτας μετά από μάχη έξι ωρών την διάλυση και την οριστική υποχώρηση των Ελλήνων, μετά και την άφιξη σημαντικών εχθρικών ενισχύσεων. Σκοτώθηκαν εκατόν ογδόντα Έλληνες και οκτακόσιοι Τουρκοαιγύπτιοι. Μεταξύ των νεκρών οι Βυτιναίοι Θεοδωράκης Λιάρος ή Ροζής, Χρήστος Ταμπακόπουλος και ο Νικολής Ταμπακόπουλος.
Το γεγονός του θανάτου του οπλαρχηγού προκάλεσε συγκίνηση στην πατρίδα του Βυτίνα και βύθισε τον οικογένειά του και το χωριό στο πένθος. Η λαϊκή μούσα διέσωσε το γεγονός σε διάφορες παραλλαγές:
.
Θέλτε ν’ ακούστε κλάυματα, γυναίκεια μοιρολόγια;
Περάστ’ από τα Τρίκορφα και μέσ’ από την Πιάνα,
Κι από την Αλωνίσταινα κι αγνάντια στην Βυτίνα,
Και κεί θ’ ακούστε κλάυματα, γυναίκεια μοιρολόγια.
Πώς κλαίνε και πώς θλίβονται οι Ταμπακονυφάδες
Στα παραθύρια κάθονται, το Διάσελ’ αγναντεύουν,
Βλέπουν τ’ ασκέρι σκορπιστό κι ερχόταν ένας ένας.
Βλέπουν τον βλάγκον αδειανόν, τον φέρνει ο Ρεμπεστιέκος.
Ψιλή φωνίτσαν έβαλεν η κυρά Νικολίνα:
Γιάννη μου, πού είν’ ο αφέντης σου και πού είν’ ο καπετάνιος;
Πίσω στάθη στ’ ασκέρι του, που γίνηκ’ ένας ένας.
.
Βουνά της Αλωνίσταινας και της Απάνω Χώρας,
Τι έχετε π’ αραχνιάσατε και είστ’ αραχνιασμένα;
Μη σας εβάρεσε βοριάς, μη σας επήρ’ ο νότος;
Μηδέ βοριάς μας βάρεσε, μηδέ νοτιάς μας πήρε.
Μπραήμ πασάς μας έζωσε με τους στραβαραπάδες.
Με τρεις χιλιάδες τακτικούς, πέντε καβαλαραίους.
Σκοτώσαν τον κυρ Νικολή με τον Παπατσονόπλον.
Εβγάτε μεσ’ τον Άγιο Λια, αγνάντια στη Βυτίνα.
Εκεί ν’ ακούστε κλάυματα, ν’ ακούστε μοιρολόγια.
Πώς κλαίνε και πώς θλίβονται οι Ταμπακονυφάδες.
Με τις Αλωνιστιώτισσες, και χύνουν μαύρα δάκρυα.
.
Βουνά της Αλωνίσταινας και της Απάνω Χρέπας,
Τι έχετε που παχνιάσατε και είστε παχνιασμένα;
Μην είν’ τα χιόνια σας βαρειά και τα νερά σας κρύα;
Δεν είν’ τα χιόνια μας βαρειά και τα νερά μας κρύα.
Μπραήμ πασάς μας πλάκωσε με τους στραβαραπάδες,
Με τρεις χιλιάδες τακτικό και πέντε Αρβανίτες.
Σκοτώσαν τη λεβεντουριά, τους δυο καπεταναίους.
Σκοτώθη ο Ταμπακόπουλος και ο Σεντουκομίνης.
Κλαίνε οι μανάδες για παιδιά, γυναίκες για τους άνδρες.
Κλαί’ η κυρά Κατερινιώ κι οι δυο της συνυφάδες.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΑΚΙ


Ο γαλατάς. Ελαιογραφία σε καμβά του Νικηφόρου Λύτρα, 1895. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου

Τούτο το, μαύρα γλαρά μου μάτια, τούτο το καλοκαιράκι
τούτο το καλοκαιράκι κυνηγούσα ένα πουλάκι.
.
Κυνηγού-, μαύρα γλαρά μου μάτια, κυνηγούσα, προσπαθούσα
κυνηγούσα, προσπαθούσα να το πιάσω δεν μπορούσα.
.
Κι έστησα, μαύρα μου μάτια, κι έστησα τα ξόβεργά μου
κι έστησα τα ξόβεργά μου, κι ήρθ’ η πέρδικα κοντά μου.

Κι ήρθε κι έ-, μαύρα μου μάτια, κι ήρθε κι έκατσε στο γόνα,
κι ήρθε κι έκατσε στο γόνα σαν πουλί και σαν τρυγόνα.

Παίζοντας, ψηλέ λιγνέ μου κρίνε, παίζοντας τον ταμπουρά μου
παίζοντας τον ταμπουρά μου ήρθε μες στην κάμαρά μου.

Αυτό το υπέροχο τραγούδι της Γορτυνίας τραγουδιόταν σε χαρές και γάμους, ιδίως κατά την πομπή της νύφης από την πατρική της οικία προς στην εκκλησία. Χορευόταν στα βήματα του τσάμικου. Έχει πάνω από 70 στίχους, εκτός από αυτούς που αναφέρονται εδώ.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

ΛΥΡΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ


Το δρυοδάσος της Κάπελης

Ξυλοκόπε, κράτα μακριά
Το τσεκούρι σου απ τη βελανιδιά!
Κόψε αν θέλεις την αχλαδιά,
Το πεύκο και το πουρνάρι,
Αλλά κράτα το τσεκούρι σου μακριά
Απ τη βελανιδιά. Το ‘παν οι γέροι:
Μάνα μας είν’ η βελανιδιά.

Λυρικό ποίημα της αρχαίας Ελλάδος

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Η ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ, Η ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΟΡΥΦΟΡΟ


.
Όπως φαίνεται στο κάτω αριστερό άκρο της φωτογραφίας, η λήψη έγινε στις 10 Ιουνίου 2001, στις 15:59:11, δηλαδή πριν από δέκα χρόνια ακριβώς. Από το δορυφόρο όλα φαίνονται ίδια. Από κοντά όμως, μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια έχουν αλλάξει πολλά.
.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

ΝΑ ΧΑΜΗΛΩΝΑΝ ΤΑ ΒΟΥΝΑ


Η αγορά της Ανδρίτσαινας, φωτογραφημένη από τον Φρεντ Μπουασονά το 1903

Ν
α χαμηλώ- να χαμηλώναν τα βουνά, αμάν αμάν,
να ψήλωναν κι οι κάμποι.
Άστρον της αυγής γιατί άργησες να βγεις.
Να ‘βλεπα την, να ‘βλεπα την Αντρίτσαινα, αμάν αμάν,
το έρημο παζάρι.
Πρόβαλε να ιδείς καρδιά που τυραννείς.
Να (ι)’βλεπα την, να (ι)’βλεπα αγάπη μου, διπλός καημός,
πώς στρώνει, πώς κοιμάται.
Θάλασσα πλατιά, μαγκούφα ξενιτιά.
Σε τι τραπέ- σε τι τραπέζια τρώει ψωμί, αμάν αμάν,
σε τι ταβέρνες πίνει.
Έλα πέρασε παίξε και γέλασε.
Τίνους χερά- τίνους χεράκια τον κερνούν, αμάν αμάν,
και τα δικά μου τρέμουν.
Πάπια του γιαλού τι αγάπησες αλλού.
Τίνους ματά- τίνους ματάκια τον τηράν, αμάν αμάν,
και τα δικά μου κλαίνε.
Πάπια του γιαλού μην αγαπάς αλλού.


Η Ανδρίτσαινα. Χαρακτικό του Otto Magnus von Stackelberg

Ο ξενιτεμένος που αναπολεί το χωριό του και την καλή του είναι το θέμα του ερωτικού καθιστικού τραγουδιού από την Ανδρίτσαινα, που τραγουδιόταν και στις γειτονικές περιοχές της Αρκαδίας. Η νοσταλγία της πατρίδας και της αγαπημένης είναι «διπλός καημός», που η ξενιτιά δεν μπορεί με τίποτε να απαλύνει.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

ΗΡΑΙΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΣ: ΔΥΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΕ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΕΚΑΤΟ ΕΤΩΝ


Αρχές του 20ού αιώνα. Άποψη από τα δυτικά προς τα ανατολικά


21ος αιώνας. Άποψη από τα ανατολικά προς τα δυτικά