Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΣΙΝΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ


Ο Γεώργιος Σισίνης και η υπογραφή του με λατινικά γράμματα (georgio sissini). Προσωπογραφία του Βαυαρού αξιωματικού και ερασιτέχνη ζωγράφου Κάρλ Κρατσάιζεν

Γεννήθηκε στη Γαστούνη της Ηλείας το 1769 και καταγόταν από πλούσια και ιστορική οικογένεια γαιοκτημόνων της περιοχής. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν πρόκριτος της Γαστούνης. Ήταν γιος του Χρύσανθου Σισίνη, προεστού με εμπορική δραστηριότητα, ο οποίος είχε σπουδάσει ιατρική στην Ιταλία και της Γαλλίδας Βικτωρίας. Eίχε τρεις αδελφούς, το Νικόλαο, τον Πέτρο και το Μιχαήλ, που πέθαναν πριν την Επανάσταση και μία αδελφή, σύζυγο μετέπειτα του Σωτήρη Χαραλάμπη. Είχε παντρευτεί την Υακίνθη Σταθακοπούλου και είχε αποκτήσει δύο γιους, το Χρύσανθο και το Μιχαλάκη. Τα αδέλφια του ήταν και οι τρεις ιατροί, μάλιστα και ο ίδιος αναφέρεται ότι ήταν πρακτικός ιατρός.
Ως χαρακτήρας υπήρξε θυελλώδης και ανυπότακτος, βίαιος στον πόλεμο και επιρρεπής στις διασκεδάσεις και την επίδειξη του πλούτου του. Γράφει για αυτόν ο Φωτάκος: «Επίσημος δια την παλαιάν και ευγενή καταγωγήν του και περίφημος δια την πολιτικήν του δύναμιν κατά την επαρχίαν της Γαστούνης». Κατά τον Άγγλο στρατιωτικό και φιλέλληνα Stanhope, «ζούσε με τη χλιδή και την πολυτέλεια που θα άρμοζε σε υψηλόβαθμο Οθωμανό αξιωματούχο».
Είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία το 1819. Πριν το ξέσπασμα της Επαναστάσεως οι Τούρκοι τον κάλεσαν στην Τριπολιτσά για συνομιλίες, αλλά κατόπιν υποδείξεως του Παλαιών Πατρών Γερμανού, προσποιήθηκε τον άρρωστο και δεν πήγε.


Η παλαιότερη επαναστατική σημαία, σχεδιασμένη υπό τις οδηγίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού, φέρει τα σύμβολα του Εφοδιαστικού των Ιερέων της Φιλικής Εταιρείας. Την ύψωσε ο Γεώργιος Σισίνης στην Ήλιδα το 1821. Σώζεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Κ
ήρυξε την Επανάσταση στη επαρχία της Γαστούνης (σημερινή Ηλεία) και προσέφερε σημαντική οικονομική βοήθεια στον Αγώνα. Θεωρείται ως ένας από τους σπουδαιότερους τροφοδότες των επαναστατικών σωμάτων της Πελοποννήσου. Στις 26 Μαρτίου 1821 ύψωσε στην Ήλιδα μία από τις πρώτες ελληνικές σημαίες της Επαναστάσεως, εκείνη που είχε σχεδιάσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, και πολιόρκησε το φρούριο του Χλεμουτσίου, στο οποίο έχουν καταφύγει οι Τούρκοι. Ακολούθως συνέβαλε αποφασιστικά στην πολιορκία της Πάτρας από τους Έλληνες και έλαβε μέρος στη μάχη του Λάλα. Συμμετοχή στην Επανάσταση είχαν επίσης οι δυο γιοι του.
Σε όλη τη διάρκεια της Επαναστάσεως παρέμεινε ο πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της επαρχίας του. Το 1824, κατά το δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όταν μισθωμένοι από τον Ιωάννη Κωλέττη Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί κατεδίωκαν Πελοποννησίους, συνελήφθη μαζί με τον γιο του Χρύσανθο για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, παραδόθηκαν στους Υδραίους και φυλακίστηκαν σε μοναστήρι στην Ύδρα, μαζί με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Την Άνοιξη του ίδιου χρόνου αποφυλακίστηκαν και συνέχισαν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις.
Ως μέλος της ομάδας Πελοποννησίων προκρίτων υπό τον Κανέλλο Δεληγιάννη, προσχώρησε στο «γαλλικό» κόμμα, ενώ υπήρξε μέλος της δωδεκαμελούς Διοικητικής Επιτροπής, η οποία συστάθηκε τον Απρίλιο του 1826, μετά την πτώση του Μεσολογγίου.
Διετέλεσε πληρεξούσιος της Ηλείας στην Β', την Γ’ και την Δ’ Εθνοσυνέλευση, ενώ εξελέγη πρόεδρος της Γ’ Εθνοσυνελεύσεως της Τροιζήνας (19 Μαρτίου – 5 Μαΐου 1827), στο πλαίσιο των εργασιών της οποίας ψηφίστηκε το τρίτο από τα συντάγματα της επαναστατικής περιόδου. Εξελέγη, επίσης, πρόεδρος και της Δ’ Εθνοσυνελεύσεως, που συνήλθε επί Ιωάννη Καποδίστρια στο αρχαίο θέατρο του Άργους (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) και ενέκρινε την ίδρυση Γερουσίας στη θέση του Πανελληνίου.
Υποστήριξε τον Καποδίστρια, που τον διόρισε γερουσιαστή τον Ιούλιο του 1829. Μάλιστα ανέλαβε και την προεδρία της Γερουσίας από τις 12 Σεπτεμβρίου 1829 έως τον Ιούνιο του 1830. Όταν προσχώρησε στην αντιπολίτευση ενάντια στον Καποδίστρια λόγω διαφωνίας, ο Κυβερνήτης τον αντικατέστησε στη θέση του προέδρου της Γερουσίας με το Δημήτριο Τσαμαδό. Πέθανε στη Γαστούνη στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, την ίδια ημέρα που δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Λίγο πριν από το θάνατό του, όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Κυβερνήτη, εξέφρασε τη θλίψη του χαρακτηρίζοντας το γεγονός «κακόν και ολέθριον». Όπως πράγματι αποδείχθηκε πως ήταν.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

ΤΑ ΟΠΛΑ ΠΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Πιστόλες αγωνιστών του 1821. Από πίσω προς τα εμπρός, του προκρίτου της Γαστούνης Γεωργίου Σισίνη, του ρουμελιώτη τσιφλικά Σκουμπουρδή, του Βυτιναίου προκρίτου Νικολή Ταμπακόπουλου και μέλους της οικογένειας των Κολοκοτρωναίων. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Η ΠΕΡΔΙΚΑ



Μια πέρδικα καυχήθηκε σ’ ανατολή και δύση
πως δεν εβρέθη κυνηγός, να τηνε κυνηγήσει.
Κι ο κυνηγός που τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη.
Στήνει τα δίχτυα στα βουνά, τα ξώβεργα στη δύση,
το δίχτυ το μεταξωτό μες του πασά τη βρύση.
Πάει η πέρδικα να πιει νερό και πιάνεται απ’ τη μύτη.
-Αλαφροπιάσ’ με, κυνηγέ, κάνε μου αυτή τη χάρη.
Και με το αλαφρόπιασμα η πέρδικα πετάει.
-Κρίμα σ’ εσένα, κυνηγέ, που μου ‘κανες τη χάρη
κι άφησες τέτοια πέρδικα άλλος να τηνε πάρει.
.

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

ΤΑ ΤΡΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΕΡΙΑ ΤΩΝ ΘΕΡΙΑΚΛΗΔΩΝ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ



Μέχρι τώρα οι Πυργιώτες άναβαν κεριά στην Παναγία και στον Άγιο Χαράλαμπο. Χθες το βράδυ οι καταστηματάρχες της πόλης άναψαν 3000 κεριά στην κεντρική πλατεία, για να διαδηλώσουν το δικαίωμά τους και των πελατών τους στην επιλογή του καπνίσματος και την αντίθεσή τους στην καπναπαγόρευση. Με αυτή τη διαμαρτυρία η ηλειακή πρωτεύουσα έδειξε για μια ακόμη φορά ότι, παρά τη γεωγραφική της εγγύτητα προς την Ευρώπη, παραμένει μία πόλη των ανατολικών εσχατιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.



Δεν είμαι καπνιστής. Παραδέχομαι ωστόσο πως όταν κατέβαινα στον Πύργο και πηγαίναμε στο καφέ πίσω από το Σταυροπάζαρο, οι φίλοι μου παράγγελναν ναργιλέ και δεν αντιστεκόμουν στον πειρασμό να τραβήξω μερικές τζούρες αρωματισμένο καπνό. Γνωρίζω τα επιχειρήματα των καπνιστών, όσο και των καταστηματαρχών. Οι καπνιστές πελάτες διεκδικούν το δικαίωμα επιλογής και αποδεδειγμένα αφήνουν πολύ περισσότερα χρήματα, επειδή όσο καπνίζουν πίνουν, ενώ οι άκαπνοι αρκούνται σε ένα δυο ποτά. Άλλωστε όλοι οι φίλοι μου καπνίζουν σαν τζιμινιέρες και παρατηρώ τις συνήθειές τους.



Αφορμή για την αγανάκτησή μου με την πρωτοβουλία των Πυργιωτών δεν είναι η απαγόρευση ή μη του καπνίσματος. Είναι η απάθειά τους απέναντι σε άλλα, πολύ σοβαρότερα προβλήματα που βασανίζουν τον Πύργο και την Ηλεία.



Τρεις χιλιάδες κεριά ρεσώ γέμισαν τη μεγάλη πλατεία της πόλης για το κάπνισμα. Το έδειξε και η τηλεόραση. Εύγε! Όμως πόσα κεριά άναψαν για τα καμμένα και καταπατημένα δάση; Πόσα κεριά άναψαν για τα χιλιάδες αυθαίρετα, που έχουν μετατρέψει τις παραλίες σε φαβέλες; Πόσα για τις αποξηραμένες λίμνες και τα ποτάμια-οχετούς;



Πόσα για τους ανίκανους και δόλιους πολιτικούς, που αντιμετωπίζουν τον τόπο σαν τσιφλίκι και το λαό σαν υπανάπτυκτους αγροίκους; Πόσα για τις διεφθαρμένες δημόσιες υπηρεσίες; Πόσα για τα φυτοφάρμακα και τα λιπάσματα που έχουν μολύνει τη γη και έχουν φθάσει στα ύψη τον καρκίνο; Πόσα για το εξαιρετικό μας λάδι, που αγοράζουν χύμα οι Ιταλοί και μετά το πουλούν ως δικό τους;



Πόσα για την καταστροφή του βυθού από τους δυναμίτες; Πόσα για τους παράνομους σκουπιδότοπους; Πόσα για το αρχιτεκτονικό χάλι των οικισμών; Πόσα για τα εγκαταλελειμμένα στην τύχη τους μνημεία; Πόσα για το θανατηφόρο οδικό δίκτυο και τον εγκαταλελειμμένο σιδηρόδρομο; Πόσα για το όνειδος της χασισοκαλλιέργειας; Πόσα για τα κακομεταχειρισμένα ζώα; Πόσα για το ότι η Ηλεία είναι ο τελευταίος νομός της χώρας σε κατά κεφαλήν εισόδημα;



Ο κατάλογος των ερωτημάτων μοιάζει ατελείωτος. Η απάντηση σε όλα είναι, δυστυχώς, η ίδια: κανένα!

Ο ΓΑΡΜΠΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


Ο Γαρμπής μεταφέρει άμμο της Σαχάρας στην Ελλάδα

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 πρωτοήρθαμε στο χωριό για διακοπές, η ελληνική τηλεόραση είχε μόνο δύο -πρασινοφρουρούμενα- κρατικά κανάλια, με πολύ κακή λήψη από τον πομπό της Κεφαλλονιάς. Στην προσπάθειά μας να πιάσουμε Ιταλία με μία πρωτόγονη κεραία, πέφταμε συχνά πάνω σε τηλεοπτικούς σταθμούς που έδειχναν ασταμάτητα ποδόσφαιρο, ισλαμικές προσευχές και στρατιωτικές παρελάσεις. Όταν δεν έδειχναν αυτά, έδειχναν τον Καντάφι στις μέρες της δόξας του και της προσέγγισης της «σοσιαλιστικής» Ελλάδας με τη «σοσιαλιστική» Λιβύη.


23 Σεπτεμβρίου 1984: Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ήδη επί τρία χρόνια πρωθυπουργός της Ελλάδας, πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στη Λιβύη. Μεταξύ τους όρθιος ο Υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας


Ελούντα, 15 Νοεμβρίου 1984: Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατάφερε να σταματήσει τα τύμπανα του πολέμου που ηχούσαν μεταξύ Γαλλίας και Λιβύης, αφού οι δύο πλευρές υποστήριζαν αντιμαχόμενα συμφέροντα στο Τσαντ, φέρνοντας στο ίδιο τραπέζι τον Φρανσουά Μιτεράν και τον Μουαμάρ Καντάφι


Παπανδρέου υιός και Μουαμάρ Καντάφι, στην προσπάθεια του πρώτου να προσελκύσει λιβυκές επενδύσεις στην παραπαίουσα Ελλάδα

Ήταν οι τηλεοπτικοί σταθμοί της μεγάλης αραβικής χώρας που ζούσε τη δική της «εθνοσωτήριο» και αποσπούσε το θαυμασμό των ελληνικών κυβερνήσεων. Από την καθαρότητα με την οποία πιάναμε αυτά τα κανάλια, γινόταν αντιληπτή η εγγύτητα της χώρας που φέρει το όνομα με το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν την περιοχή δυτικά της Αιγύπτου, αλλά και όλη την τότε γνωστή αφρικανική ήπειρο.


Ο Μουαμάρ Καντάφι σε στιγμές επαναστατικού μεγαλείου


Ακριβώς νοτίως της Πελοποννήσου βρίσκεται η Κυρηναϊκή Χερσόνησος, λίκνο του ξεσηκωμού των Λιβύων εναντίον της οικογενειακής δικτατορίας των Καντάφι

Τ
ο όνομά της προέρχεται από τον αιγυπτιακό όρο Λεμπού, ο οποίος αναφέρεται στους Βερβερίνους, νομαδικές φυλές που ζούσαν στην έρημο δυτικά της Αιγύπτου. Κατά άλλη εκδοχή, προέρχεται από το λίβα, το νοτιοδυτικό, θερμό άνεμο που μετέφερε τη ζέστη της ερήμου στην Ελλάδα. Στη ναυτική ορολογία, ο λίβας ονομάζεται γαρμπής, όρος προερχόμενος από την αραβική λέξη γκαρμπίλ που σημαίνει δυτικός και είναι ο άνεμος που συχνά φέρνει βροχή, ιδίως μετά από παρατεταμένη ξηρασία.


Ο Λιψ, όπως απεικονίζεται στο Ωρολόγιον του Κυρρήστου, στη Ρωμαϊκή Αγορά των Αθηνών

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Λιψ αναπτύσσεται στην Λιβύη και τη μεγάλη έρημο της Σαχάρας, από όπου παίρνει και το όνομά του. Διατρέχει τα παράλια της Μπαρμπαριάς (ορμητήριο των ξακουστών Μπαρμπαρίνων πειρατών του Μεσαίωνα) και μέσω της νότιας Ιταλίας έρχεται στην Ελλάδα, μεταφέροντας τους ατμούς της Μεσογείου, τη λεπτή άσπρη σκόνη της ερήμου που ό,τι αγγίζει το μαραίνει και προκαλώντας στους ανθρώπους έντονους πονοκεφάλους.


Παλαιό γραμματόσημο με τη μορφή του Λιβός από τους Αέρηδες

Θεωρείται από τους ναυτικούς ο πιο ευνοϊκός άνεμος για να ταξιδέψει κανείς από τη Μεσόγειο προς την Ελλάδα. Στη ζωφόρο του Ωρολογίου του Ανδρονίκου Κυρρήστου (Αέρηδες), στη Ρωμαϊκή Αγορά των Αθηνών, παρουσιάζεται ως δυνατός, υγιής νέος άνδρας, με ξυρισμένο πρόσωπο και κοντά μαλλιά, που κρατά το άκρο της πρύμνης ενός πλοίου, συμβολίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι ο νοτιοδυτικός άνεμος είναι ευνοϊκός για τη ναυσιπλοΐα.
Τις δύσκολες ώρες που διανύουμε, ελπίζουμε ο Λίβας ή Γαρμπής να παραμείνει ούριος και εύπλους και να διώξει μακριά τον ήχο των τυμπάνων του πολέμου, που ακούγονται όλο και πιο απειλητικά.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ, ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ



Σύμφωνα με μέτρηση του Facebook, τα ελληνικά ονόματα Αλέξανδρος, Γεώργιος, Αναστασία, Ελένη και Σοφία είναι μεταξύ των επικρατέστερων στα κράτη της Ευρώπης. Στους άνδρες υπάρχει μία μεγαλύτερη ποικιλία ονομάτων μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών, με επικρατέστερα τα ονόματα Λουκάς (πρώτο σε Νορβηγία, Γαλλία, Ελβετία, Αυστρία, Σλοβενία και Κροατία), Αλέξανδρος (πρώτο σε Ρωσία, Ουκρανία και ΠΓΔΜ) και Γεώργιος (πρώτο σε Ελλάδα, Βουλγαρία και Γεωργία).



Στις γυναίκες είναι συντριπτική η κυριαρχία του ονόματος Μαρία (πρώτο σε Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία, Πορτογαλία, Ρουμανία, ΠΓΔΜ και Ελλάδα). Το ελληνικό όνομα Σοφία κυριαρχεί στην Ιρλανδία, την Ολλανδία και τη Λετονία, ενώ το όνομα Αναστασία είναι το συνηθέστερο στην Ουκρανία και τη Μολδαβία. Το συνηθέστερο όνομα τέλος στις Ρωσίδες είναι αυτό της Ελένης. Άδικα επομένως αποκαλούμε τις Ρωσίδες και τις Ουκρανές Σβετλάνες και Ρουσλάνες. Θα έπρεπε να τις αποκαλούμε Αναστασίες και Ελένες. Όσο για τους γείτονές μας από τα… ακατονόμαστα Σκόπια, μας έβαλαν τα γυαλιά!

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Ο ΠΑΠΟΥΖΑΣ



Ο πάπουζας (ή τσαλαπετεινός, αγριοπετεινός, αγριοκοκοράκι, φραγκοκόκορας) είναι, αμέσως μετά το χελιδόνι, το πτηνό που συνδέεται περισσότερο με τον ερχομό της άνοιξης και ξεχωρίζει για το όμορφο και πολύχρωμο φτέρωμά του καθώς και για το λοφίο του. Ζει όλο το χρόνο στη βόρεια και την υποσαχάρια Αφρική, στην Ινδία και την Ινδοκίνα. Οι πληθυσμοί της νότιας και κεντρικής Ευρώπης, καθώς και της κεντρικής Ασίας αποδημούν το χειμώνα στην τροπική ζώνη για να διαχειμάσουν και επιστρέφουν για να ζευγαρώσουν. Στην πατρίδα μας εμφανίζεται κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Μαρτίου και παραμένει μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, οπότε αποδημεί για το νότο.



Η ελληνική ονομασία του είναι ἔποψ. Ο Αριστοτέλης αναφέρει «ἔνιοι δὲ τῶν ὀρνίθων ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ τῇ ὕλῃ κατοικοῦσιν, οἶον ἔποψ καὶ βρένθος». Ο Ησίοδος τον παρουσιάζει ως «ἔποψ, ἀλεκτρυὼν ἄγριος». Ο Αριστοφάνης γράφει για αυτόν στους Όρνιθες «οὕποψ μελῳδεῖν αὖ παρασκευάζεται» και ο Αισχύλος «ἔποψ ἐπόπτης τῶν αὑτοῦ κακῶν».



Η λατινική ονομασία του είναι upupa, από όπου προκύπτει η αγγλική ονομασία hoopoe και η ρουμανική pupăză. Στη βλαχική γλώσσα λέγεται «κουκουτίκουλι» (μικρός κόκορας) και «πούπουζα», που μοιάζει με το δικό μας ιδιωματικό «πάπουζας».


Στην αρχαία ελληνική γραμματεία εμφανίζεται στο μύθο της Αηδόνος και της Χελιδόνος, όπου ο βασιλιάς της Θράκης Τηρεύς μετατρέπεται σε έποπα και στην κωμωδία του Αριστοφάνη «Όρνιθες», όπου πρωταγωνιστεί ως Αθηναίος γαμπρός.
.


Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο πάπουζας παλιά ήταν ένα οικόσιτο πτηνό που συνεχώς καμάρωνε ανάμεσα στις κότες και τις πάπιες και περηφανευόταν για την ομορφιά του. Πρόσεχε να μη λερώνει το όμορφο ράμφος του και το κρατούσε ψηλά. Μια μέρα σ’ ένα περίπατο που έκανε μαζί με τα άλλα ζώα της αυλής, τους επιτέθηκε ξαφνικά μια αλεπού. Τότε αυτός για να σωθεί τράπηκε πρώτος σε φυγή, εγκαταλείποντας στην τύχη τους τα υπόλοιπα ζώα, που τα έφαγε η αλεπού. Οι τύψεις και η ντροπή που ένιωσε γι’ αυτήν του την ενέργεια τον έκαναν να μην ξαναγυρίσει στο κοτέτσι και να ζει πλέον μόνος του στο δάσος.



O τσαλαπετεινός και η αλεπού (Μύθος του Αισώπου)
Έ
νας τσαλαπετεινός καθόταν στα κλαριά ενός ψηλού δέντρου και λαλούσε δυνατά. Η διαπεραστική του φωνή αντηχούσε μέσα στο δάσος και μια αλεπού που βρέθηκε εκεί, άκουσε τη γνώριμη φωνή του και πλησίασε στο δέντρο. Όταν η κυρα-Μάρω είδε πόσο ψηλά στεκόταν ο τσαλαπετεινός, δοκίμασε όλα τα κόλπα της για να τον κατεβάσει κάτω. Χαιρέτησε ευγενικά και με την πιο γλυκιά φωνή της είπε:
-Τα ‘μαθες τα νέα ξαδερφάκι για το σύμφωνο ειρήνης και ομόνοιας για όλα τα είδη πουλιών και ζώων; Από δω και πέρα δεν θα κυνηγάμε ο ένας τον άλλο, αλλά θα είμαστε αγαπημένοι και φίλοι. Θα ζούμε με αγάπη και φιλία ο ένας για τον άλλον. Γι αυτό, κατέβα κάτω να κάνουμε παρέα και να κουβεντιάσουμε με την ησυχία μας τα καλά νέα.
Ο τσαλαπετεινός κατάλαβε ότι η αλεπού χρησιμοποιεί τα γνωστά της τεχνάσματα και έκανε ότι βλέπει κάτι από απόσταση. Η αλεπού ρώτησε τι ήταν αυτό που έβλεπε.
- Μου φαίνεται ότι βλέπω καμιά δεκαριά σκύλους, είπε ο τσαλαπετεινός.
- Τότε, πρέπει να φύγω, είπε η αλεπού αναστατωμένη.
-Όχι ξάδερφε, μην φεύγεις σε παρακαλώ, κατεβαίνω! Υπάρχει λόγος να φοβάσαι τους σκύλους, τώρα που ζούμε σε ειρηνική εποχή! ρώτησε ο τσαλαπετεινός, για να εισπράξει την απάντηση:
-Φυσικά δεν υπάρχει λόγος, αλλά η συμφωνία δεν λέει για δέκα με έναν!

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

ΜΝΗΜΗ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ


Θρηνών άγγελος από το Κοιμητήριο Πύργου
.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ



Όλες οι παπαρούνες, μωρέ παπαρούνα μου
Όλες οι παπαρούνες με γέλια, με χαρές.
Κι η δόλια η Παναγιώτα, μωρέ Παναγιώτα μου
Κι η δόλια η Παναγιώτα με δυο λαβωματιές.
Το λάβωμά της είναι, μωρέ παπαρούνα μου
το λάβωμά της είναι που δεν παντρεύεται.
Σαν τ' άλλα τα κορίτσια, μωρέ Παναγιώτα μου
Σαν όλα τα κορίτσια δεν προξενεύεται.
Τέσσερα πορτοκάλια, μωρέ παπαρούνα μου
Τέσσερα πορτοκάλια, τα δυο σαπίσανε.
Ήρθα για να σε πάρω, μωρέ Παναγιώτα μου
Ήρθα για να σε πάρω και δε μ' αφήσανε!
Για πάρ' τα πρόβατά σου, μωρέ παπαρούνα μου
Για πάρ' τα πρόβατά σου και έβγα στο βουνό
Και κάνε το σταυρό σου, μωρέ Παναγιώτα μου
Και κάνε το σταυρό σου να σε στεφανωθώ.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

ΕΝΑΣ ΑΗΤΟΣ ΚΑΘΟΤΑΝΕ


.
Ένας αητός καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε
Και τσίμπαγε τα νύχια του, τα νυχοποδαράκια του.
Νύχια μου και νυχάκια μου και νυχοποδαράκια μου
Την πέρδικα που πιάσατε να μην τηνε χαλάσετε.
Θε να τη βάλω σε κλουβί, να κελαηδή κάθε πρωί.


Ο αετός στη δημοτική μας ποίηση συμβολίζει την υπερηφάνεια και το αγέρωχτο φρόνημα των αγωνιστών της Επαναστάσεως. Σε άλλες παραλλαγές αλληγορικά υπονοούνται οι κλέφτες στα βουνά, που δεν κατεβαίνουν στους κάμπους ούτε το χειμώνα, αλλά παραμένουν αδούλωτοι και αγωνιζόμενοι. Το σύμβολο του αετού πάει πίσω στο χρόνο έως τον αετό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία τον υιοθέτησε από τον αετό σύμβολο του Διός.

Ένας αητός καθότανε (Γιώργος Παπασιδέρης)

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΞΙΟΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΜΑΣ: ΠΡΟΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ ΜΑΖΙΚΗ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΥΠΑΤΙΑΣ

Δελτίο ειδήσεων ΣΚΑΪ, 5 Μαρτίου 2011



Από το ιστολόγιο Ελλήνων Αφύπνιση

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟΥ ΓΛΕΝΤΙΟΥ


Ο Λάμπρος Δρυμώνας «Μπραουνίκ» έφιππος και ντυμένος καουμπόης

Τ
ώρα τις Αποκριές χορεύουνε γριές και νιες
και την Καθαρή Δευτέρα δώσ’ του φουστανιού αέρα.
Χορεύτε νιες, χορεύτε νιοι, χορεύτε παλικάρια
κι εγώ του χάρου του ‘βαλα σίδερα στα ποδάρια.
Ελάτε να χορέψουμε και όλοι να χαρούμε,
γιατί τα νιάτα φεύγουνε, δε θα τα ξαναβρούμε.

Κάτω στο γιαλό στην άμμο καλογέροι κάναν γάμο,
καλογέροι και παπάδες μαζευτήκαν δυο χιλιάδες.
Κι ένας διάκος ο καημένος ήταν παραπονεμένος.
Σήκω, διάκο, να χορέψεις κι όποιαν θέλεις να διαλέξεις.
Κι αν διαλέξεις κοριτσάκι, θα ‘ναι σαν περιστεράκι,
κι αν διαλέξεις παντρεμένη, θα ‘ναι καλομαθημένη,
κι αν διαλέξεις καμμιά χήρα, ψυχικό στην κακομοίρα.

Ποιος είδε θηλυκό παπά, και διάκο γκαστρωμένο.
Ποιος είδε κι ένα γούμενο, τριών μερών λεχώνα.
Οι αποκριές μας ήρθανε, τι άλλο καρτερούμε.
Παρακαλούμε το Θεό, καλή Λαμπρή να δούμε.
Ας τραγουδήσω κι ας χαρώ, του χρόνου ποιος το ξέρει;
Για θα 'μαι 'δω, για θα 'μαι 'κει, για θα ‘μαι σ’ άλλα μέρη.
.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

«Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4ῃ Μαρτίου 1851»


«Το επ’ εμοί, ενόσω ζω, και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν, και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην Πλατεία Δεξαμενής του Κολωνακίου το 1906, φωτογραφημένος από τον Παύλο Νιρβάνα


Συμπληρώνονται σήμερα εκατόν εξήντα χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ο άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου 1851 (παλαιό ημερολόγιο) και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1911. Εορτάζουμε τη μνήμη του κοσμοκαλόγερου λογοτέχνη με ένα κείμενο που υμνεί τη δρυ, το δένδρο των βουνών και των κάμπων της Ηλείας:


Αρχαία δρυς στη Βουλιαγμένη Πηνείας

Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν

ταν παιδίον διηρχόμην ἐκεῖ πλησίον, ἐπὶ ὀναρίου ὀχούμενος, διὰ νὰ ὑπάγω νὰ ἀπολαύσω τὰς ἀγροτικὰς μας πανηγύρεις, τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Πρωτομαγιᾶς, ἐρρέμβαζον γλυκὰ μὴ χορταίνων νὰ θαυμάζω περικαλλὲς δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικὴν δρῦν. Ὁποῖον μεγαλεῖον εἶχεν! Οἱ κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί• οἱ κλῶνές της, γαμψοὶ ὡς ἡ κατατομὴ τοῦ ἀετοῦ, οὖλοι ὡς ἡ χαίτη τοῦ λέοντος, προεῖχον ἀναδεδημένοι, εἰς βασιλικὰ στέμματα. Καὶ ἦτον ἐκείνη ἄνασσα τοῦ δρυμοῦ, δέσποινα ἀγρίας καλλονῆς, βασίλισσα τῆς δρόσου…
πὸ τὰ φύλλα της ἐστάλαζε κ’ ἔρρεεν ὁλόγυρά της «μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας». Ἔθαλπον οἱ ζωηφόροι ὀποὶ της ἔρωτα θείας ἀκμῆς, κ’ ἔπνεεν ἡ θεσπεσία φυλλάς της ἵμερον τρυφῆς ἀκηράτου. Καὶ ἡ κορυφὴ της βαθύκομος ἠγείρετο ὡς στέμμα παρθενικόν, διάδημα θεῖον.
σθανόμην ἄφατον συγκίνησιν νὰ θεωρῶ τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐκεῖνο δένδρον. Ἐφάνταζεν εἰς τὸ ὄμμα, ἔμελπεν εἰς τὸ οὖς, ἐψιθύριζεν εἰς τὴν ψυχὴν φθόγγους ἀρρήτου γοητείας. Οἱ κλῶνες, οἱ ράμνοι, τὸ φύλλωμά της, εἰς τοῦ ἀνέμου τὴν σεῖσιν, ἐφαίνοντο ὡς νὰ ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, τὸ «Ὡς ἐμεγαλύνθη». Μ’ ἔθελγε, μ’ ἐκήλει, μ’ ἐκάλει ἐγγύς της. Ἐπόθουν νὰ πηδήσω ἀπὸ τοῦ ὑποζυγίου, νὰ τρέξω πλησίον της, νὰ τὴν ἀπολαύσω• νὰ περιπτυχθῶ τὸν κορμόν της, ὅστις θὰ ἦτον ἀγκάλιασμα διὰ πέντε παιδιὰ ὡς ἐμέ, καὶ νὰ τὸν φιλήσω. Νὰ προσπαθήσω ν’ ἀναρριχηθῶ εἰς τὸ πελώριον στέλεχος, τὸ ἁδρὸν καὶ ἀμαυρόν, ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ σταύρωμα τῶν κλάδων της, ν’ ἀνέλθω εἰς τοὺς κλῶνας, νὰ ὑψωθῶ εἰς τοὺς ἀκρέμονας… Καὶ ἂν δὲν μ’ ἐδέχετο, καὶ ἂν μ’ ἀπέβαλλεν ἀπὸ τὸ σῶμα της, καὶ μ’ ἔρριπτε κάτω, ἂς ἐπιπτον νὰ κυλισθῶ εἰς τὴν χλόην της, νὰ στεγασθῶ ὑπὸ τὴν σκιάν της, ὑπὸ τὰ ἀετώματα τῶν κλώνων της, τὰ ὅμοια μὲ στέμματα Δαυὶδ θεολήπτου.
πόθουν, ἀλλ’ ἡ συνοδεία τῶν οἰκείων μου, μεθ’ ὧν ἐτέλουν τὰς ἐκδρομὰς ἐκείνας ἀνὰ τὰ ὄρη, δὲν θὰ ἤθελε νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψει. Καὶ μίαν χρονιάν, ἦτο κατὰ τὰς ἐορτὰς τοῦ σωτηρίου ἔτους 186… , καθὼς εἴχομεν διέλθει πλησίον τοῦ δένδρου, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Μέγα Μανδρί• – ἦτο δὲ τὸ Μέγα Μανδρὶ μικρὸς συνοικισμός, θερινὸν σκήνωμα τῶν βοσκῶν τοῦ τόπου. Ἑκατοίκουν ἐκεῖ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ οἰκογένειαι ἀγροτῶν. Δύο ἐκ τῶν οἰκογενειῶν τούτων συνεδέοντο πρὸς τοὺς γονεῖς μου διὰ δεσμῶν βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. καὶ ὅλοι ἦσαν φίλοι καὶ συμπατριῶται μας.
Κατηρχόμεθα ἐκεῖ συνήθως τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα, εἶτα πάλιν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἢ τὴν Πρωτομαγιάν, ἄλλοτε δὲ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ἢ τῆς Ἀναλήψεως. Ἐπὶ τερπνοῦ λόφου ὑπῆρχε τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὅπου ἐλειτουργούμεθα.
γοντο ἐκεῖ χοροὶ καὶ πανηγύρεις• δρόσος καὶ ἀναψυχὴ καὶ χάρμα ἐβασίλευεν. Ἐθύοντο ἀρνία καὶ ἐρίφια, καὶ σπονδαὶ ἐγίνοντο πυροξάνθου ἀνθοσμίου. Ἐτελοῦντο ἀγῶνες ἁμίλλης, δισκοβολίαι καὶ ἅλματα. Ἔπληττε τὰς πραείας ἠχοὺς ὁ φθόγγος τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς λύρας, συνοδεύων τὸ ἔρρυθμον βῆμα τῶν παρθένων πρὸς κύκλιον χορόν. Καὶ ξανθαί, ἐρυθρόπεπλοι βοσκοποῦλαι ἐπήδων, ἐπέτων, ἐκελάδουν.

.

Δρόμος στο δάσος της Κάπελης στη Φολόη

Καθὼς εἴχομεν φθάσει ἐκεῖ, τὴν χρονιὰν ἐκείνην, μὲ εἶχε κυριεύσει ζωηρότερον ἡ ἐντύπωσις ἡ μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα ἑκάστοτε οὐχὶ μακράν τοῦ δένδρου, ἀπέχοντος ἡμισείας ὥρας ὁδὸν ἀπὸ τὸ Μέγα Μανδρί. Ὁ δρόμος μας ἦτον ἐπὶ τῆς κλιτύος, ὀλίγον ὑψηλότερόν τῆς θέσεως ὅπου ἵστατο τὸ δένδρον, ἔτεμνε δὲ πλαγίως τὸ βουνόν… καὶ ἡ δρῦς ἡ μαγική, καθὼς ἐξηκολούθουν νὰ τὴν βλέπω ἐπὶ ἱκανὴν ὥραν, μὲ ἐγοήτευε καὶ μὲ ἐκάλει, ὡς νὰ ἦτο πλάσμα ἔμψυχον, κόρη παρθενική τοῦ βουνοῦ.
Κατὰ τὰς ποικίλας κυμάνσεις τῆς ὁδοῦ, σύμφωνα μὲ τὰ κοιλώματα ἢ τὰς προεξοχὰς τοῦ ἐδάφους, καὶ κατὰ τὰς κινήσεις τοῦ ὀναρίου τὰς ἰδιοτρόπους καὶ πείσμονας – καθὼς ἐξάνοιγα τὸ πρῶτον τὴν δρῦν, καθόσον ἐπλησίαζα ἢ ἀπεμακρυνόμην ἀπ΄ αὐτῆς, τόσας θέας, ἀπόψεις καὶ φάσεις ἐλάμβανε τὸ δένδρον. Ἐκ πλαγίου καὶ μακρόθεν εἶχεν ὄψιν λιγυρᾶς χάριτος• ἐγγύθεν καὶ κατὰ μέτωπον, προέκυπτεν ὅλη μεστὴ καὶ ἀμφιλαφής, βαθύχλωρος, ἐπιβάλλουσα ὡς νύμφη.
λην τὴν νύκτα, κοιμώμενος καὶ ἀγρυπνῶν, ὠνειρευόμην τὴν δρῦν, τὴν θεσπεσίαν καὶ ὑψηλήν… Τὴν πρωίαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καθὼς εἶχεν εὐωδιάσει ὁ ναΐσκος ἀπὸ δάφνας καὶ λιβανωτίδας, καὶ εἶχε κρουσθεῖ τρελὰ ἀπὸ παιδικᾶς χεῖρας ὁ μικρὸς κώδων ὁ ὑπεράνω τοῦ γείσου τῆς στέγης τῆς πλακοσκεποῦς, χαιρετίζων τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός», τὸ ὁποῖον ἔψαλλεν ὁ παπὰς ραίνων τοὺς πιστοὺς μὲ πέταλα ρόδων καὶ ἴων…εἶτα, πρὶν ἀπολύσει ἡ λειτουργία, ἐγὼ ἔγινα ἄφαντος.
Διὰ πλαγίου, κρυφοῦ δρομίσκου τὸν ὁποῖον εἶχον ἀνακαλύψει τὴν προτεραίαν, ἤρχισα νὰ ἀνέρχωμαι τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ… διευθυνόμενος πρὸς τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκετο ἡ βασιλικὴ δρῦς. Ἐπίστευον ὅτι ἐγνώριζα καλὰ τὸν δρόμον.
τον ὅλη ἡ ὁδὸς ἀνωφερής, κ’ ἐγὼ ἔτρεχον, ἔτρεχον διὰ νὰ φθάσω ταχέως, ν΄ ἀσπασθῶ τὴν ἐρωμένην μου – ἐπειδὴ ἡ δρῦς ὑπῆρξεν ἡ πρώτη παιδική μου ἐρωμένη – καὶ ταχέως πάλιν νὰ ἐπιστρέψω, φανταζόμενος ὅτι ἡ ἀπουσία μου τότε δὲν θὰ παρετηρεῖτο, καὶ δὲν θὰ εἶχον ν΄ ἀκούσω ἐπιπλήξεις ἀπὸ τοὺς οἰκείους.
Πρὸ ἐμοῦ εἶχον ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ ποιμενικὸν σκήνωμα ὀλίγοι ἐκ τῆς τάξεως τῶν βοσκῶν, ἀπερχόμενοι εἰς τὴν πολίχνην, διὰ νὰ κομίσωσιν ἀρνία καὶ τυρίον εἰς τοὺς κολλήγας, ἀποφέρωσι δὲ ἄλλα ὀψώνια ἐκ τῆς πόλεως. Οὗτοι θὰ ἐπέστρεφον πρὸς ἑσπέραν, καὶ δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ συναντήσω τινὰς κὰθ΄ ὁδόν.

Πλὴν πὰρ΄ ἐλπίδα εἶδον μακρόθεν ἄλλους ἐρχομένους πρὸς τὰ ἐδῶ, ἐν συνοδίᾳ γυναικῶν καὶ παίδων καὶ ὑποζυγίων• οὗτοι ἤρχοντο ἐκ τῆς πόλεως διὰ νὰ συνεορτάσωσιν ἐν τῇ ἐξοχῇ πλησίον τῶν συγγενῶν των, τῶν βοσκῶν.
Πάραυτα ἐξετράπην τῆς ὁδοῦ, κ’ ἔσπευσα νὰ κρυβῶ ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἂν μὲ συνήντων, μεμονωμένον, μακρὰν τῶν γονέων μου, πορευόμενον ἄγνωστον ποῦ, θὰ ἐπαραξενεύοντο, καὶ ἂν δὲν μ΄ ἔπειθον νὰ κατέλθω μετ΄ αὐτῶν εὐθὺς ὀπίσω, ἐξ ἅπαντος θὰ μὲ κατήγγελλον εἰς τοὺς γονεῖς μου, τοὺς ὁποίους θὰ εὕρισκον κάτω εἰς τὸ Μέγα Μανδρί. Ἤμην ἕνδεκα ἐτῶν παιδίον.
κεῖνοι ταχέως ἀντιπαρῆλθον, κ’ ἐγὼ ἀνέλαβα τὸν δρόμον μου, ἀλλὰ μετ΄ ὀλίγον τὸν ἔχασα. Εἰς ἓν σταυροδρόμιον ὅπου ἔφθασα, ἐπῆρα τὸν δρόμον ἀριστερά, τὸν ὑψηλότερον, καὶ ἀσθμαίνων ἔφθασα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ. Πλὴν ἡ μεγάλη δρῦς ὑπῆρξεν εὐεργέτις μου καὶ κηδεμών μου. Αὕτη μ΄ ἐξήγαγεν ἐκ τῆς ἀπάτης, ἐφαίνετο δὲ ὡς νὰ μοὶ ἔνευε μακρόθεν, καὶ μὲ ὡδήγει νὰ ἔλθω πλησίον της.
Καθὼς τὴν εἶδα χαμηλότερον, δεξιόθεν, ἀρκετὰ μακράν, ἄφησα τὸν δρομίσκον εἰς τὸν ὁποῖον ἔτρεχα, καὶ στραφεὶς πρὸς δυσμὰς ἤρχισα νὰ κατέρχωμαι, μέσῳ τῶν ἀγρῶν, ὑπερπηδῶν αἱμασιάς, χάνδακας, φραγμοὺς θάμνων καὶ βάτων, σχίζων τὰς σάρκας μου, αἱμάσσων χεῖρας καὶ πόδας… Τέλος ἔφθασα πλησίον τῆς ποθητῆς νύμφης τῶν δασῶν.
μην κατάκοπος, κάθιδρος καὶ πνευστιῶν. Ἅμα ἔφθασα, ἐρρίφθην ἐπὶ τῆς χλόης, ἐκυλίσθην ἐπάνω εἰς παπαροῦνες καὶ χαμολούλουδα. Ἀλλ΄ ὅμως ἠσθανόμην κρυφὴν εὐτυχίαν, ὀνειρώδη ἀπόλαυσιν. Ἐρρέμβαζον ἀναβλέπων εἰς τοὺς κλῶνάς της τοὺς κραταιούς, καὶ ἠνοιγόκλειον ἡδυπαθῶς τὰ χείλη εἰς τὴν πνοὴν τῆς αὔρας της, εἰς τὸν θροῦν τῶν φύλλων της. Ἑκατοντάδες πουλιῶν ἀνεπαύοντο εἰς τοὺς κλῶνάς της, ἔμελπον τρελὰ τραγούδια… Δρόσος, ἄρωμα καὶ χαρμονὴ ἐθώπευον τὴν ψυχήν μου….
μην ἀποσταμένος, καὶ δὲν εἶχον κοιμηθεῖ καλὰ τὴν νύκτα. Ὁ ὕπνος μοῦ ἔλειπεν. Εἰς τὴν σκιὰν τοῦ πελωρίου δένδρου, ἐν μέσῳ τῶν μηκώνων του τῶν κατακοκκίνων, ὁ Μορφεὺς ἦλθε καὶ μ΄ ἐβαυκάλησε, καὶ μοὶ ἔδειξεν εἰκόνας, ὡς εἰς περίεργον παιδίον.


Δρύες και φτέρες στην Κάπελη

Μοῦ ἐφάνη ὅτι τὸ δένδρον –ἔσωζον καθ’ ὕπνον τὴν ἔννοιαν τοῦ δένδρου– μικρὸν κατὰ μικρὸν μετέβαλλεν ὄψιν, εἶδος καὶ μορφήν. Εἰς μίαν στιγμὴν ἡ ρίζα του μοῦ ἐφάνη ὡς δύο ὡραῖαι εὔτορνοι κνῆμαι, κολλημέναι ἡ μία ἐπάνω εἰς τὴν ἄλλην, εἶτα κατ’ ὀλίγον ἐξεκόλλησαν κ’ ἐχωρίσθησαν εἰς δύο• ὁ κορμός μοῦ ἐφάνη ὅτι διεπλάσσετο καὶ ἐμορφοῦτο εἰς ὀσφύν, εἰς κοιλίαν καὶ στέρνον, μὲ δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας• οἱ δύο παμμέγιστοι κλάδοι μοῦ ἐφάνησαν ὡς δύο βραχίονες, χεῖρες ὀρεγόμεναι εἰς τὸ ἄπειρον, εἴτα κατερχόμεναι συγκαταβατικῶς πρὸς τὴν γῆν, ἐφ’ ἧς ἐγὼ ἐκείμην• καὶ τὸ βαθύφαιον, ἀειθαλὲς φύλλωμα, μοῦ ἐφάνη ὡς κόμη πλουσία κόρης, ἀναδεδημένη πρὸς τ’ ἄνω, εἶτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη πρὸς τὰ κάτω.
Τὸ πόρισμά μου, τὸ ἐν ὀνείρῳ ἐξαχθέν, καὶ εἰς λῆρον ἐν εἴδει συλλογισμοῦ διατυπωθέν, ὑπῆρξε τοῦτο: «Ἄ! δὲν εἶναι δένδρον, εἶναι κόρη• καὶ τὰ δένδρα, ὅσα βλέπομεν, εἶναι γυναῖκες!»
ταν μετ΄ ὀλίγον ἐξύπνησα, ὡς συνέχειαν τοῦ ὀνείρου ἔσχον ἐν νῷ τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἱστορίας τοῦ τυφλοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς ἐθεράπευσε, καθὼς εἶχον ἀκούσει τὸν διδάσκαλόν μας εἰς τὴν Ἱερὰν Ἱστορίαν: «Καταρχὰς μὲν εἶδε τοὺς ἀνθρώπους ὡς δένδρα• δεύτερον δὲ τοὺς εἶδε καθαρά…»
Πλὴν δὲν ἐξύπνησα ἀκόμη, πρὶν ἀκούσω τί ἔλεγε τὸ φάσμα• ἡ κόρη – ἡ δρῦς, εἶχε λάβει φωνὴν καὶ μοὶ ἔλεγεν:
-Εἰπὲ νὰ μοῦ φεισθοῦν, νὰ μὴ μὲ κόψουν….διὰ νὰ μὴ κάμω ἀκουσίως κακόν. Δὲν εἶμ’ ἐγὼ νύμφη ἀθάνατος• θὰ ζήσω ὅσον αὐτὸ τὸ δένδρον…
ξύπνησα ἔντρομος, κι ἔφυγον… Ἦτο ἤδη μεσημβρία, καὶ ὁ ἥλιος ἐμεσουράνει…. Ἔκαιεν ὑψηλά, ὑπεράνω τῆς κορυφῆς τῆς δρυός, ἥτις ἦτο σκιὰ ἀδιαπέραστος… Ἀπὸ τὸν ἀντικρινὸν λόφον ἤκουσα φωνὴν νὰ μὲ καλεῖ ἐξ ὀνόματος.
τον εἷς μικρὸς βοσκός, μὲ τὴν κάππαν του, μὲ τὴν στραβολέκαν του, καὶ μὲ δέκα αἶγας, τὰς ὁποίας ὠδήγει. Μοῦ ἐφώναξεν ὅτι ὁ πατήρ μου μὲ ἀνεζήτει ἀνήσυχος, καί, νὰ τρέξω, νὰ φθάσω ταχέως ἐκεῖ κάτω….
Δὲν ἐνόησα τίποτε ἀπὸ τὸ μαντικὸν ὄνειρον. Ἀργότερα ἐδιδάχθην ἀπὸ ἐγχειρίδιον Μυθολογίας ὅτι ἡ Ἀμαδρυὰς συναποθνήσκει μὲ τὴν δρῦν, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἐνσαρκωμένη…



Μετὰ πολλὰ ἔτη, ὅταν ξενιτευμένος ἀπὸ μακροῦ ἐπέστρεψα εἰς τὸ χωρίον μου, κ’ ἐπεσκέφθην τὰ τοπία ἐκεῖνα, τὰ προσκυνητάρια τῶν παιδικῶν ἀναμνήσεων, δὲν εὗρον πλέον οὐδὲ τὸν τόπον ἔνθα ἦτόν ποτε ἡ Δρῦς ἡ Βασιλική, τὸ πάγκαλον καὶ μεγαλοπρεπὲς δένδρον, ἡ νύμφη ἡ ἀνάσσουσα τῶν δρυμώνων.
Μία γραῖα μὲ τὴν ρόκαν της, μὲ δύο προβατίνας τὰς ὁποίας ἔβοσκεν ἐντὸς ἀγροῦ πλησίον, εὑρίσκετο ἐκεῖ, καθημένη ἔξωθεν τῆς μικρᾶς καλύβης της.
ταν τὴν ἠρώτησα τί εἶχε γίνει τὸ «Μεγάλο Δέντρο», τὸ ὁποῖον ἦτον ἕνα καιρὸν ἐκεῖ, μοὶ ἀπήντησεν:
- σχωρεμένος ὁ Βαργένης τὸ ἔκοψε… μὰ κ’ ἐκεῖνος δὲν εἶχε κάμει νισάφι μὲ τὸ τσεκούρι του• ὅλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακὰ πράματα… Σὰν τὸ ’κοψε κι ὕστερα, δὲν εἶδε χαΐρι καὶ προκοπή. Ἀρρώστησε, καὶ σὲ λίγες μέρες πέθανε… Τὸ Μεγάλο Δέντρο ἦτον στοιχειωμένο.

.

ΟΙ «ΔΙΑΚΟΠΕΣ» ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ





Στην ιστοσελίδα του περιοδικού «Διακοπές» υπάρχουν τρία άρθρα σχετικά με την Ηλεία. Μπορείτε να τα διαβάσετε πατώντας επάνω στους τίτλους.


Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, Κατάκολο


Λαογραφικό Μουσείο Ανδρίτσαινας


Κτήμα Μερκούρη, Κορακοχώρι
.
Κάθε παρουσίαση του καλού προσώπου του νομού μας, ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε, είναι ευπρόσδεκτη. Η Ηλεία μας έχει απόλυτη ανάγκη από δημόσιες σχέσεις, διαφήμιση και φυσικά οικονομική άνοδο, ώστε να πάψει να είναι ο φτωχός συγγενής της ελληνικής επαρχίας.
.

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

ΑΙΝΙΓΜΑ: ΑΝΤΙΠΑΤΩ Τ' ΑΡΧΙΔΙΑ, ΣΗΚΩΝΕΤ' Η ΨΩΛΗ ΜΟΥ. ΤΙ ΕΙΝΑΙ;


Ανδρίτσαινα, εσωτερικό σπιτιού, 1902. Φωτογραφία Φρεντ Μπουασονά
.
Οι πατήθρες και τα μιτάρια του αργαλειού!
.

.
Και για να μην κατηγορηθώ επί χυδαιολογία:
Ο Όρχις ήταν γιος μιας νύμφης και ενός σατύρου, που για τιμωρία μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο φυτό, άλλως γνωστό ως σερνικοβότανο, από το οποίο παράγεται το αφέψημα σαλέπι. Η ομοιότητα των κονδύλων με τους αρσενικούς γεννητικούς αδένες, ώθησε τον Θεόφραστο να δώσει αυτό το όνομα στην ορχιδέα.
Η ψωλή είναι το ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του αρχαίου επιθέτου ψωλός, , -όν, το οποίο σημαίνει «ο έχων γυμνήν την βάλανον, ο έχων το πέος εν στύσει».
Και επιτέλους, έχουμε απόκριες και όλα επιτρέπονται! Εδώ την τρώμε κάθε μέρα, φοβόμαστε να την ονοματίσουμε;
.