Σάββατο 30 Απριλίου 2011

«ΠΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΩ ΜΑΣΤΟΡΗΣ ΝΑ ΦΑΩ ΠΡΑΣΟΚΕΦΑΛΙ!»


Τα Λαγκάδια σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ού αιώνα

Αν η Βυτίνα είναι η μάνα των Βυτιναιίκων, τότε τα Λαγκάδια είναι ο πατέρας τους. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους: τόσο η νομιμοποίηση τους ως οικισμού στο χώρο όπου βρίσκονται, όσο και η μονιμοποίησή τους με την ανοικοδόμηση πέτρινων οικιών, οφείλονται σε Λαγκαδινούς.
Η κάθοδος των Βυτιναίων από την αρκαδική γενέτειρα στην εύφορη Ηλεία, δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Η εγκατάστασή τους στα περίχωρα του Αϊ-Γιάννη συνάντησε την αντίδραση των ντόπιων χωρικών, που είδαν ξαφνικά μια ομάδα «ξένων» να στήνει τα καλύβια της σε αυτό που έως τότε θεωρούσαν δική τους γη. Η αντίδραση ήταν άμεση και βίαιη: τρεις φορές τα καλύβια των Βυτιναίων πυρπολήθηκαν από τους Αγιανναίους, μετά την εποχική τους επιστροφή στη γενέτειρα. Ωστόσο οι σκληροτράχηλοι Αρκάδες δεν το έβαλαν κάτω. Μάλιστα συνεισέφεραν, γύρω στο 1870, στην ανέγερση της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου, εντός της οποίας εγκατέστησαν το 1872 την εικόνα του Αγίου Τρύφωνος.


Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Θεόδωρος Δηλιγιάννης ήταν το υψηλό «μέσον» που χρησιμοποίησαν οι Βυτιναίοι για να πετύχουν τη νομιμοποίησή τους στο χώρο που είχαν επιλέξει

Οι τριβές παρέμεναν και μετά τη σταδιακή παγιοποίηση του οικισμού στην κορυφή του λόφου. Για να κατοχυρώσουν νομικά την παρουσία τους, οι Βυτιναίοι απευθύνθηκαν στον πατριώτη τους Θεόδωρο Δηλιγιάννη, καταγόμενο από τα Λαγκάδια, ο οποίος ικανοποίησε το αίτημά τους και κατά τη διάρκεια της πρώτης πρωθυπουργικής του θητείας, μεταξύ των ετών 1885 και 1886, έδωσε νομική υπόσταση στο χωριό. Αυτό έκανε έξαλλους τους Αγιανναίους, οι οποίοι στράφηκαν στο αντίπαλο κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη.
Με την ασφάλεια που τους παρείχε πλέον η κρατική αναγνώριση και έχοντας ήδη διανύσει δεκαετίες νομαδικού βίου, οι προπαππούδες μας άρχισαν να χτίζουν, στη θέση των καλυβιών, πέτρινες διώροφες οικίες. Αυτό εντάθηκε κυρίως μετά το 1886, όταν η περιοχή μας κλονίστηκε από σεισμό, ο οποίος κατέστρεψε τον Άγιο Νικόλαο του Πύργου και το καθολικό της Μονής Σκαφιδιάς. Η ανέγερση των οικιών του χωριού έγινε από μπουλούκια Λαγκαδινών χτιστάδων, οι οποίοι εξ άλλου έχτισαν σχεδόν όλη την Πελοπόνννησο μετά τα Ορλωφικά (1770) και μέχρι τον 20ό αιώνα, καταλαμβάνοντας το χώρο δράσεως των Βαρβαριτών χτιστάδων. Η δράση των Λαγκαδινών εκτεινόταν σε όλο το χώρο της Πελοποννήσου εκτός από τη Μάνη, που είχε τους δικούς της χτιστάδες για τους πύργους της και η φήμη τους πάει πίσω στο χρόνο μέχρι την ανοικοδόμηση του κάστρου της Άκοβας το 13ο αιώνα.


Ο ναός των Ταξιαρχών των Λαγκαδίων είναι κτίσμα του 1806,. ενώ ο πύργος του ωρολογίου οικοδομήθηκε το 1910. Οι Λαγκαδινοί σήκωσαν τη σημαία της Επαναστάσεως στις 23 Μαρτίου 1821 και λίγες μέρες μετά επιδόθηκαν στη σφαγή των τριακοσίων Τούρκων του χωριού και στην πυρπόληση του τζαμιού

Ο
ι Βυτιναίοι θεωρούσαν ότι οι Λαγκαδινοί είχαν «άλλη καταγωγή από αυτούς» και το στήριζαν στη διαφορετικό ιδίωμά τους, που περιείχε «λαγκαδινές λέξεις», όπως λάλας (αρβανίτικη λέξη: ο αδελφός), φούλα (από το αδελφούλα: η αδελφή) και μάικω (σλαυική: η μάνα). Η καταγωγή των Δεληγιανναίων έχει εξακριβωθεί ότι είναι από τη Θεσσαλονίκη, με ρίζες που φθάνουν στην Κρήτη. Κατά μία άποψη, οι Λαγκαδινοί έχουν κατέβει από τη Θράκη. Η παρουσία του χωριού με αυτό το όνομα αναφέρεται για πρώτη ίσως φορά σε Οθωμανικό κατάστιχο του 1570, όπου φαίνεται να έχει 46 σπίτια.


Το Κουφοχρησταίικο, ένα από τα σπίτια των Βυτιναιίκων που έχτισαν οι Λαγκαδινοί μαστόροι

Μετά την Απελευθέρωση, οι Λαγκαδινοί επιδόθηκαν σχεδόν αποκλειστικά στο επάγγελμα του χτίστη, οργώνοντας όλη την Πελοπόννησο σε ομάδες (μπουλούκια) κατασκευάζοντας σπίτια, γεφύρια, σχολεία, βρύσες και εκκλησίες. Τα μπουλούκια είχαν σαφή εσωτερική οργάνωση και ιεραρχία. Επικεφαλής ήταν ο πρωτομάστορης και ακολουθούσαν οι μαστόροι, οι οποίοι ήταν χτίστες. Τελευταίοι ιεραρχικά ήταν οι νταμαρτζήδες, οι πελεκάνοι, οι λασπολόγοι και τα μαστορόπουλα, οι μαθητευόμενοι δηλαδή, οι οποίοι συνέλεγαν και μετέφεραν τις πέτρες. Την ιεραρχική κατάταξη στο μπουλούκι σεβόταν και η διανομή του συσσιτίου. Ο πρωτομάστορης και οι μαστόροι απολάμβαναν τις καλύτερες μερίδες φαγητού. Ιδιαίτερα αγαπητά στη δίαιτα των χτιστάδων ήταν τα πράσα. Οι ανώτεροι του μπουλουκιού έτρωγαν τα κεφάλια και οι κατώτεροι τα φύλλα. Έτσι έμεινε παροιμιώδης ο αναστεναγμός του μαστορόπουλου: «Πότε θα γίνω μάστορης, να φάω πρασοκεφάλι!».


Καλοπελεκημένα αγκωνάρια από ντόπιο πουρί πλαισιώνουν τα παράθυρα του κατωγιού του Κουφοχρησταίικου. Από τα λίγα που δεν έχουν κατεδαφιστεί ή που δεν έχουν καλυφθεί από τσιμέντο

Τ
ο εντυπωσιακό με τα Βυτιναίικα ήταν ότι χτίστηκαν εξ αρχής με δίπατα πέτρινα σπίτια από ντόπιο πωρόλιθο (κογχυλιάτη λίθο), όταν τα περισσότερα χωριά των ντόπιων (ο Αϊ-Γιάννης, το Λεβεντοχώρι, το Καρακοχώρι) ήταν χτισμένα με ισόγεια πλίνθινα σπίτια. Η ανεύρεση της πέτρας δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Σύμφωνα με τους παλαιότερους Βυτιναίους, τις πέτρες έφερναν με τα γαϊδούρια από νταμάρια στο Λεβεντοχώρι και τη Σκαφιδιά. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι χρησιμοποιήθηκαν και διάσπαρτα οικοδομικά υλικά από τα ερείπια της αρχαίας Φειάς και των Λετρίνων. Σε αυτό το συμπέρασμα οδήγησε η ανεύρεση στο εσωτερικό τοίχου κατεδαφισθέντος κτίσματος (ντάμι) μικρής ναόσχημης επιτύμβιας στήλης, της οποίας το διασωθέν επίχρισμα διασώζει ίχνη κυανού χρώματος. Επίσης η αγία τράπεζα του Αγίου Τρύφωνος στηρίζεται σε σπόνδυλο ραβδωτού κίονος, ο οποίος δεν αποκλείεται να έχει έρθει από την Ολυμπία, το πλησιέστερο σημείο όπου μπορούσε να βρεθεί τέτοιο οικοδομικό υλικό.


Η ναόσχημη επιτύμβια στήλη κλασσικών χρόνων που ήταν εντοιχισμένη στο πέτρινο ντάμι. Εντοιχίσθηκε στην ίδια θέση, στον τοίχο της σύγχρονης οικίας

Η φήμη των Λαγκαδινών χτιστάδων εξαπλώθηκε γρήγορα και έγιναν περιζήτητοι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια περίοδο μεγάλης ευημερίας. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ανοικοδομήθηκαν τα Βυτιναίικα, τα Λαγκάδια ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Αρκαδίας μετά την Τρίπολη και είχαν γύρω στους επτά χιλιάδες κατοίκους, όταν η Βυτίνα αριθμούσε γύρω στις δύο χιλιάδες. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα η αλλαγή στον τρόπο δόμησης και η μετανάστευση έφεραν και σε αυτή την αρκαδική κωμόπολη την πληθυσμιακή συρρίκνωση και το μαρασμό. Σήμερα τα Λαγκάδια είναι μία ευχάριστη και γραφική κωμόπολη που ζει από τον τουρισμό.

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Η ΗΛΕΙΑ ΡΕΖΙΛΙ ΤΩΝ ΣΚΥΛΙΩΝ, ΓΙΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ...



Για μία χούφτα λάσπη
(του Νίκου Γεωργιάδη)

Μέρα μεσημέρι στην καρδιά της Ηλείας. Ο τρύγος της φράουλας βρίσκεται στην κορύφωσή του. Ένας δημοσιογράφος και ένας φωτορεπόρτερ της εφημερίδας «Το Βήμα» ξυλοκοπούνται από μπράβους ενός φραουλοπαραγωγού διότι αποτόλμησαν να διερευνήσουν τις καταγγελίες για μαζικές παραβιάσεις πολλών άρθρων του ποινικού κώδικα από τσιφλικάδες της περιοχής Νέας Μανωλάδας. Οι παραβιάσεις αυτές αφορούν το Εργατικό Δίκαιο, την Εισφοροδιαφυγή (ασφαλιστικά ταμεία), τη Φοροδιαφυγή (απόκρυψη εσόδων), την παράνομη διακίνηση προσώπων (οικονομικοί μετανάστες). Η άσκηση σωματικής βίας κατά δημοσιογράφων, οι απειλές κατά ζωής δημοσιογράφων και η παράνομη κατακράτηση προσώπων για ίδιον όφελος αποτελούν το κερασάκι στην τούρτα ενός μεγάλου καταλόγου παραβιάσεων του μισού τουλάχιστον Ποινικού Κώδικα.



Κουφή, μουγκή και αδιάφορη
Η
Εισαγγελέας Αμαλιάδας αν και αναλαμβάνει την υπόθεση του ξυλοδαρμού των δύο εργαζομένων στην εφημερίδα «Το Βήμα», αν και ανακρίνει τους μπράβους και τον τσιφλικά, εντούτοις τον αφήνει ελεύθερο επικαλούμενη τα δικονομικά τερτίπια (αλληλομηνύσεις κ.λπ.).
Ήταν πάλι η Εισαγγελέας Αμαλιάδας η οποία πέρυσι τέτοια εποχή είχε επιληφθεί μιας ανάλογης υπόθεσης ξυλοδαρμού ενός δημοσιογράφου και ενός κάμεραμαν. Το σκηνικό εξελίχθηκε κατά τον ίδιο και τον αυτόν τρόπο. Οι ξυλοκοπηθέντες δημοσιογράφοι ενημέρωσαν τις Αρχές, μετέβησαν στην Εισαγγελέα, η οποία και πάλι άφησε τα πράγματα να κυλήσουν ράθυμα όπως συνηθίζεται σε αυτή την περιοχή της Πελοποννήσου. Πριν από δύο χρόνια ο συνάδελφος της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» και τοπικός αναταποκριτής Κώστας Νοδάρος δέχεται απειλές κατά της ζωής του, καταφεύγει στη Δικαιοσύνη, δημοσιοποιεί την αγριότητα των τσιφλικάδων, αποκαλύπτει το όργιο παρανομιών αλλά και πάλι οι «φίλιες δυνάμεις» του νομού, τοπικοί βουλευτές, αστυνομικές αρχές και η Δικαιοσύνη προτιμούν να κάνουν τα στραβά μάτια.



Τα «Γόμορρα» του Πύργου
Ο
ι τσιφλικάδες της Ηλείας έχουν εγκαθιδρύσει καθεστώς Μαφίας. Οι οικονομικοί μετανάστες που εργάζονται στις φυτείες, ανεξαρτήτου καλλιεργήσιμου προϊόντος, ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Χαμηλά μεροκάματα, συνθήκες διαβίωσης αρχαϊκές, πλήρης έλλειψη στοιχειωδών μέσων υγιεινής, καμία ασφάλιση, εκμετάλλευση των εργατών με υποχρεωτική αγορά αγαθών καθημερινής ανάγκης από καντίνες εντός των άθλιων καταυλισμών σε τιμές μεγαλύτερες από εκείνες της αγοράς. Μιλάμε για πόσιμο νερό, όσπρια και δημητριακά και άλλα χρήσιμα προϊόντα που είναι απαραίτητα στην καθημερινή ζωή.
Οι πάντες γνωρίζουν τα πάντα στην Ηλεία. Ωστόσο αυτή η παρανομία, η οποία σε ορισμένες στιγμές προσλαμβάνει διαστάσεις μιας καλά στημένης κόλασης για τους μετανάστες, δεν απασχολεί κανέναν. Οι βουλευτές, η Περιφέρεια, οι προύχοντες και οι Αρχές σιωπούν. Οι εργαζόμενοι ζουν σε καθεστώς τρόμου και κρύβονται. Οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν μία Terra Igognita η οποία διέπεται από άλλους τοπικούς νόμους και τον κώδικα της Omerta. Τα κόμματα εξουσίας (και τα δύο) κάνουν τα στραβά μάτια προφανώς διότι υπάρχει αλληλεξάρτηση με τα τοπικά οικονομικά αλλά καθολικά παράνομα συμφέροντα. Πριν από λίγα χρόνια ένας διορισμένος νομάρχης στην Ηλεία διαφήμιζε διά ζώσης από τα ερτζιανά και τις τοπικές τηλεοράσεις την ποιότητα της ντόπιας ινδικής κάνναβης. Προφανώς τελούσε εν ευθυμία αλλά παρ’ όλα αυτά ουδείς ασχολήθηκε με το ζήτημα. Μεγάλος αριθμός συμπολιτών του θεώρησαν την ενέργειά του ως μεγάλη μαγκιά. Έκτοτε η Ηλεία και θεσμικά κατρακύλησε στην αγκαλιά ενός άριστα λειτουργικού θεσμικού υποκόσμου. Κανενός δεν ίδρωσε το αυτί. Ούτε καν του μητροπολίτη. Βλέπετε οι οικονομικοί μετανάστες στην περιοχή στη συντριπτική πλειοψηφία τους δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Οι τσιφλικάδες-τραμπούκοι είναι.


Από το τεύχος 344 της Athens Voice (27/4/2011). Ολόκληρο το άρθρο του Νίκου Γεωργιάδη εδώ. Σχετική αρθρογραφία εδώ.

Κυριακή 24 Απριλίου 2011

ΜΙΑ ΚΟΡΗ Τ' ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ


Νεαρή Ελληνίδα. 1829. Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη

Μια κόρη τ’ αποφάσισε να πάει με τους κλέφτες,
βάνει φωτιά στον αργαλειό.
Βάνει φωτιά στον αργαλειό, στο φιλντισένιο χτένι,
και τ’ άρματά της φόρεσε.
Και τ’ άρματά της φόρεσε και πάει με τους κλέφτες,
δώδεκα χρόνους έκανε.
Δώδεκα χρόνους έκανε στους κλέφτες καπετάνιος,
κανείς δεν την εγνώρισε.
Κανείς δεν την εγνώρισε πως ήταν κορασίδα,
και μια Λαμπρή, μια Κυριακή.
Και μια Λαμπρή, μια Κυριακή, μια ‘πίσημην ημέρα,
βγήκαν οι κλέφτες στο χορό.
Βγήκαν οι κλέφτες στο χορό, να ρίξουν το λιθάρι,
το ρίχνουν τα κλεφτόπουλα.
Το ρίχνουν τα κλεφτόπουλα, το πάν’ σαράντα αχνάρια,
το ρίχνει και η κορασιά.
Το ρίχνει και η κορασιά, το πάει σαράντα πέντε,
κι από το σείσμα το πολύ.
Κι από το σείσμα το πολύ κι από το λύγισμά της,
εκόπη τ’ αργυρό κουμπί.
Εκόπη τ’ αργυρό κουμπί και ‘φάνη, κάτι εφάνη,
κι άλλοι το λένε μάλαμα.
Κι άλλοι το λένε μάλαμα κι άλλοι το λένε ασήμι,
‘κείνο δεν είναι μάλαμα.
‘Κείνο δεν είναι μάλαμα, ‘κείνο δεν είναι ασήμι,
μόν’ είν’ της κόρης το βυζί.


Αναρρωτιέμαι τι έκανε περισσότερη εντύπωση στο στιχουργό αυτού του αρκαδικού τραγουδιού της τάβλας: η επί δώδεκα χρόνια γυναίκα καπετάνιος που ξεπερνάει τα παληκάρια στο λιθάρι, ή η θέα του στήθους της, που είναι ανώτερο από ασήμι κι από μάλαμα; Επίσης αναρρωτιέμαι τι ακολούθησε μετά τα αποκαλυπτήρια, ανάμεσα στην αμήχανη αντρειωμένη κορασίδα και τους εμβρόντητους μουστακαλήδες κλέφτες. Τα πιο ωραία δε μας τα ξεδιαλύνει η λαϊκή μας Μούσα!

ΝΑ 'ΣΑΝ ΤΑ ΝΙΑΤΑ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ


Γέροντας από το Κακοτάρι

Ωρέ να ‘σαν τα νιάτα, να ‘σαν τα νιάτα πουλί μου δυο φορές
να σαν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμμία.

Ωρέ να ξανανιώσω, να ξανανιώσω πουλί μου μια φορά
να ξανανιώσω μια φορά, να γίνω παλικάρι.

Ωρέ να βάνω το φε-, να βάνω το φεσάκι μου
να βάνω το φεσάκι μου, να βγαίνω στο παζάρι.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Η ΧΑΡΟΥΛΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ ΚΑΙ Η ΑΠΡΙΛΙΑΝΗ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ



Η Χαρούλα Λαμπροπούλου γεννήθηκε στον Κακόβατο Ζαχάρως από γονείς αγρότες. Τα πρώτα της ακούσματα ήταν από τη δημοτική και τη βυζαντινή μουσική. Το 1963 σε εφηβική ηλικία πήγε στην Αθήνα και ασχολήθηκε επαγγελματικά με το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι από την πρώτη στιγμή. Το τραγούδι «Ήλιε Φονιά» ακούστηκε το 1970 στην ταινία «Αστραπόγιαννος» από την Καίτη Αμπάβη. Λογοκρίθηκε και άλλαξαν τους στίχους, επειδή η Παρασκευή, ακόμη και η Μεγάλη Παρασκευή, είχε θεωρηθεί ημέρα με ύποπτο νόημα, καθώς το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 είχε εκδηλωθεί ημέρα Παρασκευή. Έτσι ο τελευταίος στίχος του ρεφραίν άλλαξε.
Η Καίτη Αμπάβη τραγούδησε το ρεφραίν με τη μεγάλη Παρασκευή:
Ήλιε φονιά πώς άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
Παρασκευή Μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό.

.

.
Η Χαρούλα Λαμπράκη στη συνέχεια το τραγούδησε με το λογοκριμένο στίχο:
Ήλιε φονιά πώς άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο.

.

.
Με τέτοιες ενασχολήσεις δαπανήθηκε μια ολόκληρη επταετία.
.
Μία ενδιαφέρουσα παρουσίαση της Χαρούλας Λαμπράκη στη στήλη «Οι Αθηναίοι» της LIFO της 17ης Φεβρουαρίου 2011.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

ΠΕΡΙ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΔΗΜΩΝ ΝΟΜΟΣ


Η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους επί βασιλείας Όθωνος 1833 – 1862 (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
.
Η πρώτη διοικητική διαίρεση του νεοσύστατου Βασιλείου της Ελλάδος έγινε τον Απρίλιο του 1833, με τη δημιουργία 10 Nομών και 47 Επαρχιών. Ως πρότυπο για την ελληνική χρησιμοποιήθηκε η διοικητική διαίρεση της Γαλλίας. Η διοίκηση κάθε Δήμου ανατέθηκε «…εις ένα δημογέροντα, προτεινόμενον από τους δημότας και επικυρούμενον υπό του Βασιλέως, ήτοι αμέσως ή διά του Νομάρχου. Σιμά του δημογέροντος θέλει υπάρχει εν δημογεροντικόν συμβούλιον, εκλεγόμενον από τους δημότας…».
Ο «Περί Συστάσεως των Δήμων Νόμος» είναι ο πρώτος νόμος του ελληνικού κράτους για την τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου βαθμού. Ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1833 και με δεδομένο ότι δεν υπήρχαν διοικητικά στελέχη του νέου ελληνικού κράτους, οι πρώτοι νομοθέτες δεν ήταν Έλληνες. Το σχέδιο νόμου συντάχθηκε στη γερμανική γλώσσα.
Με τον εν λόγω νόμο, η χώρα διαιρέθηκε σε Δήμους τριών κατηγοριών ανάλογα με τον πληθυσμό: Πρώτης τάξεως με πληθυσμό πάνω από 10.000 κατοίκους, δευτέρας τάξεως μεταξύ 2.000 και 10.000 κατοίκων και τρίτης τάξεως οι μικρότεροι. Ο Δήμαρχος αποτελούσε την πρώτη εκτελεστική αρχή και ήταν υπεύθυνος για την άσκηση της τοπικής αστυνομίας. Βοηθοί του Δημάρχου ήταν οι πάρεδροι, ένας έως έξι, ανάλογα με την τάξη του Δήμου. Το δημοτικό συμβούλιο, αποτελούμενο από έξι έως δέκα οκτώ δημοτικούς συμβούλους ανάλογα με την τάξη του Δήμου εθεωρείτο «συμβουλευτική και συνεπιτηρούσα αρχή». Η θητεία του Δημάρχου και των παρέδρων ήταν τριετής, ενώ το δημοτικό συμβούλιο εκλεγόταν για εννέα χρόνια, με άμεση εκλογή. Πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου δεν ήταν ο Δήμαρχος, αλλά ένας από τους δημοτικούς συμβούλους. Δικαίωμα ψήφου είχαν μόνον όσοι φορολογούνταν περισσότερο με άμεσους δημοτικούς φόρους. Ο Δήμαρχος και οι πάρεδροι εκλέγονταν από ειδικό όργανο, το δημαιρεσιακό συμβούλιο, που αποτελείτο από τους δημοτικούς συμβούλους και ισάριθμους δημότες. Αυτό εξέλεγε τρεις υποψηφίους, από τους οποίους ο Βασιλιάς επέλεγε το Δήμαρχο για τους Δήμους α’ και β’ τάξεως και ο Νομάρχης για τους γ’ τάξεως.
Η διαδικασία σχηματισμού των Δήμων ήταν πολύπλοκη και χρονοβόρα, καθώς απαιτείτο γεωγραφική και πληθυσμιακή καταγραφή. Επιπλέον, βασικό πρόβλημα ήταν οι επικρατούσες κομματικές συνθήκες και οι προσωπικές φιλοδοξίες όσων συμμετείχαν στην οργάνωση των Δήμων.
.
Ο Νομός, οι Επαρχίες, οι Δήμοι από το 1833
Ο Νομός Αρκαδίας σχηματίστηκε το 1833 με το Βασιλικό Διάταγμα (Β.Δ.) της 3ης (15ης) Απριλίου (ΦΕΚ 12) «Περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του», με «Μητρόπολη» (πρωτεύουσα) την Τριπολιτσά και τέσσερεις Επαρχίες:
• Μεγαλοπόλεως με πρωτεύουσα το Λεοντάριον.
• Μαντινείας με πρωτεύουσα την Τριπολιτσά.
• Γόρτυνος με πρωτεύουσα την Καρύταινα.
• Κυνουρίας με πρωτεύουσα τον Πραστό.
Τα αρχικά όρια του Νομού Αρκαδίας ορίστηκαν από το Β.Δ. της 9ης (21ης) Νοεμβρίου 1834 (ΦΕΚ 16/1835) «Περί του σχηματισμού των Δήμων της Αρκαδίας»: «τα όρια του Νομού Αρκαδίας αρχίζουν κατά μεν το ανατολικόν από τους πρόποδας του όρους Σκιάθεως (Σαϊτάν) και προχωρούν έως εις τους πρόποδας του όρους Ζαβίτσας, από τούτο δε το μέρος εξακολουθούν την ήδη γενομένην οροθεσίαν του Νομού της Αργολίδος και Κορινθίας κατά το από 28 Απριλίου (10 Μαΐου) διάταγμα. Από δε τους πρόποδας του όρους Ζαβίτσας, τα όρια προχωρούν προς το Άστρος κατά την θάλασσαν, εκτείνονται κατά το μήκος αυτής μέχρι των εκβολών του ποταμίσκου Μούστου εξακολουθούντα έπειτα τον ρουν αυτού, παραλείπουν τον Άγιον Ανδρέαν, το Κορακοβούνι και τον Πραστόν εις τον Νομόν Λακωνίας, συμπεριλαμβάνουν τα χωρία Σίταιναν, Κατσανίτσαν και Κοίνας και προχωρούν προς το όρος το Χέλμον, εντεύθεν καταβαίνοντα εις το χωρίον Κυπαρίσσι, και παραλείποντα αυτό εις τον Νομόν της Λακωνίας, προχωρούν μέχρι του όρους Ξηροβουνίου. Εκείθεν αναβαίνουν τα όρια προς άρκτον μέχρι Κοκκάλων, και προχωρούν έως το Ίσαρι, συμπεριλαμβάνοντα τα χωρία Κυράδες, Σούλο και Χράμον, εκείθεν δε προς το Τετράζι, και μετά ταύτα προχωρούν προς το Διαφόρτι, και συμπεριλαμβάνουν εν εαυτοίς το χωρίον Καρυαίς, παραλείποντα εις τον Νομόν Μεσσηνίας τα χωρία Βερέκλα και Αμπελώνα. Από δε το Διαφόρτι ακολουθούν την αυτήν διεύθυνσιν, και διαβαίνοντα δια του Βλαχορράφτη εκτείνονται μέχρι της παρά το χωρίον Πυρί, συμπιπτούσης ροής του Λάδωνος και του Αλφειού ποταμού. Από δε το Πυρί ακολουθούν την ροήν του Λάδωνος (Ρουφιά) ποταμού έως εις τους πρόποδας του όρους Σκιάθεως, όπου συμπεριλαμβάνονται το χωρίον Δάρα, παραλείπουν το χωρίον Παγκράτι εις τον Νομόν της Αχαΐας και Ήλιδος».
Στην πορεία καταγράφεται μια σειρά μεταβολών: σχηματισμός το 1835 των Επαρχιών Διποταμίας και Πρασσιών, αποσπώντας τμήματα του Νομού για να προσαρτηθούν στη συνέχεια το 1836 η πρώτη στην Επαρχία Γόρτυνος και το 1838 η δεύτερη στην Επαρχία Κυνουρίας.
.
Επαρχία Γόρτυνος
Με το Β.Δ. της 9ης (21ης) Νοεμβρίου 1834 (ΦΕΚ 16/1835) «Περί του σχηματισμού των Δήμων της Αρκαδίας» σχηματίστηκαν οι δεκατέσσερεις πρώτοι Δήμοι της Επαρχίας: Θεισόας (Δημητσάνης), Ζατούνης, Μεθυδρίου, Αργυρού, Καρνεσίου, Θελπούσης, Τεύθιδος (Λαγκαδίων), Λυκουρίας, Ηραίας, Τρικολώνων, Υψούντος, Γόρτυνος, Βρένθης, Τουθόας. Το διάστημα 1836 - 1840, καταγράφονται αρκετές αλλαγές στους Δήμους της Δπαρχίας και αναφέρονται επτά νέοι Δήμοι: Καλλιστούς, Μαραθαίας, Λάδωνος, Κλείτορος, Μυλάοντος, Νυμφασίας, Μοστού. Τελικά, το 1840, με Β.Δ. της 27ης Νοεμβρίου (9ης Δεκεμβρίου) (ΦΕΚ 5/1841) «Περί συγχωνεύσεως των Δήμων της Επαρχίας Γόρτυνος» δημιουργούνται 12 Δήμοι: Ελευσίνος, Θελπούσης, Τροπαίων, Τεύθιδος, Θεισόας, Γόρτυνος, Τρικολώνων, Νυμφασίας, Μυλάοντος, Κλείτορος, Λυκουρίας, Ηραίας.
.
Δήμος Νυμφασίας
Εμφανίζεται το 1837, μετά τη συγχώνευσή του με το Δήμο Μεθυδρίου, με αρχική σύσταση τη Βυτίνα και τη Γρανίτσα. Μεταγενέστερα προσαρτώνται και τα χωριά Γαρζενίκος, Πυργάκι και Νεμνίτσα και αργότερα τα χωριά Κάτω Βυτίνα και Γκιούσι, καθώς και οι διατηρούμενες Μονές Κερνίτσης και Αγίων Θεοδώρων. Το 1880 οι δυο Μονές ενώθηκαν για να διαχωριστούν εκ νέου το 1885.
Το όνομα του Δήμου προήλθε από την ομώνυμη αρχαία πηγή της Αρκαδίας. Η αρχική σφραγίδα ήταν χωρίς έμβλημα. Με Β.Δ. του 1868 ορίστηκε να φέρει η σφραγίδα «νύμφην κοσμίως κατακεκλιμένην κάτωθεν ελάτης και κρατούσαν υπό την αριστεράν μασχάλην υδρίαν, εξ ης ρέει άφθονον ύδωρ…».
.
Από τον ιστοχώρο Αρκάδων Χρόνοι
.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΕΝΑΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ ΣΤΟ ΜΟΡΙΑ



Ένας λεβέ- μωρέ παιδιά, ένας λεβέντης στο Μοριά,
ένας λεβέντης στο Μοριά που 'χει περίσσεια λεβεντιά.

Κορίτσα σα- γεια σας παιδιά, κορίτσα σαν τα κρύα νερά,
κορίτσα σαν τα κρύα νερά του στέλνουνε για προξενιά.

Μ' αυτός δεν α- μωρέ παιδιά, μ' αυτός δεν αγαπά καμμιά,
μ' αυτός δεν αγαπά καμμιά, γιατί έχει δώσει την καρδιά.

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Η ΑΙΘΟΥΣΑ 16 ΤΟΥ ΒΡΕΤΑΝΝΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΕ ΤΗ ΖΩΦΟΡΟ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ


«BM; RM16 - GR, Bassae Sculpture 1 Temple of Apollo Epikourios (420-400B.C) ~ Full Elevation & Viewing West.JPG»
The British Museum, Room 16 - Bassae Sculpture
.
Η αναζήτηση πληροφοριών και φωτογραφιών στην ελληνική γλώσσα γύρω από το ναό του Επικουρίου Απόλλωνος και τα γλυπτά του που βρίσκονται στο Βρεταννικό Μουσείο, θα φέρει πενιχρά αποτελέσματα. Αντιθέτως, η αναζήτηση σε γλώσσες όπως η γαλλική, η ισπανική, η ρωσική και η εβραϊκή, θα αποκαλύψει πολύ ενδιαφέρον υλικό. Το γιατί θα μας απασχολήσει άλλη φορά. Για την ώρα, μας ενδιαφέρει η όψη του χώρου μέσα στον οποίον εκτίθενται τα ανάγλυφα της ζωφόρου του ναού των Φιγαλιέων.
Στην ανωτέρω φωτογραφία λοιπόν φαίνεται η Αίθουσα 16 του Βρεταννικού Μουσείου με τα γλυπτά του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος των Βασσών της αρχαίας Αρκαδίας. Οι εικονιζόμενοι είναι οι είκοσι τρεις λίθοι της μετόπης από το εσωτερικό του σηκού του ναού, που εκτίθενται στο ανώτερο επίπεδο. Παρουσιάζουν σκηνές από τις μάχες μεταξύ Λαπιθών και Κενταύρων, καθώς και μεταξύ Ελλήνων και Αμαζόνων. Λαξεύθηκαν μεταξύ 420 και 400 π.Χ. Θραύσματα από τις μετόπες, που βρίσκονταν στο εξωτερικό του ναού, εκτίθενται στο κατώτερο επίπεδο της αίθουσας. Τα θέματά τους είναι δύσκολο να αναγνωρισθούν.
Η ιδέα επιστροφής των γλυπτών του Επικουρίου Απόλλωνος συνδέεται με τη δημιουργία μουσείου που θα τα φιλοξενήσει. Στο Βρεταννικό Μουσείο ο Επικούριος καταλαμβάνει μία μικρή αίθουσα, μάλλον όχι από τις πλέον επισκέψιμες, των Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων και η απουσία του από εκεί θα περάσει σχετικά απαρατήρητη. Ο επαναπατρισμός στην Ελλάδα της ζωφόρου, καθώς και των σπαραγμάτων των μετοπών, παθανότατα θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός μικρού μουσείου, είτε κοντά στον αρχαίο ναό, είτε στην Ανδρίτσαινα. Έτσι όμως, και με δεδομένη τη μικρή επισκεψιμότητα του αρχαιολογικού χώρου λόγω της δύσκολης πρόσβασης, κινδυνεύουν να ξεχαστούν και να περιθωριοποιηθούν.
Με δοδομένο ότι τα «εμπορικά» και επομένως επιτυχημένα μουσεία είναι τα μεγάλα μουσεία, που παρουσιάζουν πληθώρα εκθεμάτων και εναλλαγή αυτών με περιοδικές εκθέσεις, ίσως θα ήταν σκόπιμη η τοποθέτησή τους σε ένα μεγαλύτερο μουσείο, όπως το Αρχαιολογικό Μουσείο Πύργου, φυσικά όταν αυτό πάψει να υφίσταται μόνο στις πινακίδες των δρόμων και στα χαρτιά και όταν ενταχθεί στον τουριστικό χάρτη της Ηλείας.
Με δεδομένο επίσης το γεγονός ότι οι αίθουσες της παλιάς Δημοτικής Αγοράς του Πύργου παραμένουν άδειες, μήπως η μουσειολογική μελέτη, όταν συνταχθεί, θα πρέπει να περιλαμβάνει και τις αρχαιότητες του Επικουρίου Απόλλωνος; Η Αγορά του Τσίλλερ μπορεί θαυμάσια να αποτελέσει τη νέα στέγη των αρχαιοτήτων των Βασσών στην Ελλάδα και η θέση της επάνω στον άξονα Κατάκολο – Ολυμπία να καταστήσει το Μουσείο του Πύργου επισκέψιμο και βιώσιμο.
.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

KITHARA BASSAE BM 510: Ο ΚΙΘΑΡΩΔΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ ΣΤΟ ΒΡΕΤΑΝΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ


Ανδρική μορφή που φορεί χιτώνα και αλωπεκή (θρακικό πίλο) και κρατεί κιθάρα με το αριστερό χέρι. Ταυτοποιείται ως Απόλλων ή Ορφεύς. Θραύσμα μετόπης από τη βόρεια κιονοστοιχία του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος στις Βάσσες Φιγαλείας Αρκαδίας. Βρεταννικό Μουσείο, Αίθουσα 16 Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχσαιοτήτων. Αριθμός εγγραφής: GR 1.815,10 - 20,28 (Γλυπτική Κατ. 510)
.

Ένα χρόνο ακριβώς μετά την οριστική(;) κατακύρωση του ναού του Επικουρίου Απόλωνος στο Δήμο Ανδρίτσαινας του Νομού Ηλείας και καθώς ο θόρυβος που είχε προκληθεί από την αμετροεπή κίνηση του Αντώνη Σαμαρά να τον εντάξει στην εκλογική του περιφέρεια Μεσσηνία έχει καταλαγιάσει, φαίνεται πλέον πόσο άσκοπη ήταν η σπατάλη χρόνου και φαιάς ουσίας γύρω από το εάν ο αρχαιο-Αρκάς Επικούριος Απόλλων είναι… Καλαματιανός ή Πυργιώτης. Το πραγματικό πρόβλημα, που θα πρέπει να ενώσει τους φίλους του ναού των Φιγαλιέων σε συντονισμένη δράση, είναι η επιτυχής και ταχεία περάτωση των εργασιών αναστήλωσης του σημαντικού μνημείου και η προσπάθεια επαναπατρισμού των αναγλύφων τμημάτων του, που αποσπάστηκαν με δολιότητα, εξήχθησαν παρανόμως στην αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο και πουλήθηκαν στο Βρεταννικό Μουσείο. Το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Τουρκία, το Ιράκ και η Ιταλία διεκδικούν μεθοδικά τις αρχαιότητες που έχουν εξαχθεί παρανόμως και επιτυγχάνουν τον επαναπατρισμό τους. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και εμείς.
.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ



Ο αγωνιστής της Επαναστάσεως και μετέπειτα πρωθυπουργός Ιωάννης «Γενναίος» Κολοκοτρώνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του εξαιτίας των διωγμών που είχαν εξαπολυθεί το 1806 εναντίον της κλεφτουριάς. Εκεί έμαθε και λίγα γράμματα. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, έφυγε με τον αδερφό του Πάνο κρυφά από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκαν στην Ηλεία τον Απρίλιο του 1821. Σύντομα τα δυο αδέλφια πήραν το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στον Πύργο εναντίον των Λαλαίων Τουρκαλβανών. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης δεν άργησε να δοξαστεί. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πλάι στον πατέρα του. Ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος. Σε μια μικροσυμπλοκή έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισε ένα γιγαντόσωμο αράπη, κοντός αυτός, με το σπαθί του και τον οδήγησε στο στρατόπεδο. Όλοι γέλασαν και θαύμασαν το νεαρό Γιάννη. «Είσαι γενναίος!» του είπε ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Και του έμεινε• από τότε όλοι τον έκραζαν Γενναίο.



Στις 3 Απριλίου του 1821 οι Λαλαίοι Τουρκαλβανοί λεηλάτησαν τον Πύργο. Την ίδια τύχη είχε στης 24 του μηνός και η Αγουλινίτσα, ενώ λίγο αργότερα σε φονική μάχη στο Σμίλα σκοτώθηκε ο υπερασπιστής του Πύργου Χαράλαμπος Βιλαέτης. Γράφει ο Φωτάκος για τις μάχες με τους Λαλαίους:
«Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος τῶν 17 ἐτῶν. Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν. Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…»



Ο Κανέλλος Δεληγιάννης σημειώνει στα Απομνημονεύματά του:
«Γύρω στα μέσα Ιουνίου ήρθαν στα Τρίκορφα και οι γιοι του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο μεν Πάνος εικοσαετής σχεδόν, ντυμένος και οπλισμένος καλά, ο δε Γιάννης, που ονομάστηκε από εμένα Γενναίος, δεκαεξαετής σχεδόν και αυτός, αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή ήταν μούτζιος στο καράβι του Σπετσιώτη Μπόταση, ήταν ντυμένος με ναυτικό παντελόνι και ζακυνθινή ναυτική ζακέτα, γεμάτα με κατράμι, ρούχα βρώμικα και άθλια και ήταν άοπλος.
Έγραψα αμέσως στον γαμπρό μου Αντωνόπουλο στην Δημητσάνα και του έκαναν αμέσως φουστανέλες και τα υπόλοιπα ελληνικά ρούχα. Εκείνες τις μέρες είχαν φονευτεί μερικοί Τούρκοι και πήραμε κάποια όπλα, από τα οποία πήρα ένα ζευγάρι αργυρές πιστόλες, χρυσωμένες παλάσκες, ένα τουφέκι, ένα σπαθί και μ’ αυτά έντυσα και όπλισα τον Γιάννη Κολοκοτρώνη.
Και έπειτα από λίγες μέρες διόρισα τον μεν Πάνο, έπειτα από επίμονη απαίτηση του πατέρα του, να πάει στις κωμοπόλεις της επαρχίας μου με διαταγή μου, του έδωσα και είκοσι στρατιώτες για να επιτηρεί δήθεν τους φούρνους για να βγάζουν καλό ψωμί για τα στρατόπεδα των Τρικόρφων… Αυτός δεν είχε κλίση στα στρατιωτικά, ούτε ο πατέρας του ήθελε να βρίσκεται μέσα στους κινδύνους, αλλά να είναι μακριά από το κακό.
Ο δε Γενναίος, που ήταν αδύνατης κατασκευής ως νεαρός, έμενε με τον πατέρα του στο στρατόπεδο, ώστε μια μέρα γύρω στα τέλη Ιουνίου, που έγινε μια αψιμαχία κοντά στον Άγιο Βλάσιο ανάμεσα σε μας και τους Τούρκους, έτρεξε και αυτός και βρέθηκε σε εκείνη την αψιμαχία. Όταν αυτή τελείωσε τον είδα και ρώτησα τους στρατιώτες πότε πήγε εκεί και μου είπαν ότι τους ακολούθησε όταν αυτή άρχισε. Τότε τους είπα ότι ο Γιάννης είναι γενναίος. Εύγε του. Και αυτό σαρκαστικά κατά την συνήθεια.
Έτσι οι στρατιώτες αστειευόμενοι και ονομάζοντας αυτόν σαρκαστικά «Γενναίο», του έμεινε αυτό το επίθετο και ήδη ονομάζεται Γενναίος Κολοκοτρώνης και κατέχει τις υψηλότερες θέσεις της βασιλείας και του κράτους, δηλαδή στρατηγός, υπασπιστής, γερουσιαστής, αυλάρχης, ανώτερος ταξιάρχης, φέροντας στο στήθος τα παράσημα όλων των αυτοκρατόρων και βασιλέων, πολυκτήμων με εθνικά κτήματα και με τριπλές και τετραπλές λαμπρές οικίες, που ποτέ η γενιά του και οι πρόγονοί του δεν απέκτησαν, ούτε μια ασήμαντη καλύβα, και εμείς είμαστε άστεγοι, πένητες και ακτήμονες, περιφρονημένοι και παραγκωνισμένοι».
.