Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

ΝΕΑ ΗΛΕΙΑΚΑ (1)

Ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας από τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας έζησε το 2ο μ.Χ. αιώνα. Μας είναι γνωστός από το σύγγραμμά του «Ελλάδος Περιήγησις», από το οποίο αντλούμε πληροφορίες για την ιστορία, τη μυθολογία, τη γεωγραφία και την αρχαιολογία των περιοχών που επισκέφθηκε. Το έργο του χωρίζεται σε δέκα βιβλία, από τα οποία το πέμπτο και το έκτο αποτελούν τα «Ηλιακά».
Στα «Νέα Ηλειακά» θα επιχειρήσουμε μία σύγχρονη περιήγηση της Ηλείας, με τα μνημεία της, τις φυσικές ομορφιές και τους σύγχρονους χώρους κοινωνικής επαφής. Ξεκινώντας πάντα την περιήγηση από το χωριό μας, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ό,τι ωραίο διαθέτει ο νομός μας και να το ξεχωρίσουμε από τη γενική μετριότητα και ασχήμια. Αν και ο τίτλος του αρχαίου συγγράμματος «Ηλιακά» προέρχεται από την πόλη Ήλιδα, στον τίτλο της παρούσης σειράς προτιμήθηκε η ορθογραφία «Ηλειακά», που προέρχεται από την Ηλεία, αλλά και για λόγους οπτικής εξοικειώσεως.

Στην πρώτη μας επαφή με το παρελθόν του τόπου μας θα αράξουμε αναπαυτικά κάτω από τα νεαρά φύλλα ενός πλατάνου ή μιας μουριάς και θα ταξιδέψουμε νοερά στην ιστορία και τη γεωγραφία της ευρύτερης περιοχής, μέσα από τα κείμενα του Παυσανία, του Στράβωνα και άλλων αρχαίων συγγραφέων. Εκτός του ότι θα ανακαλύψουμε πώς σχετίζονται αυτά τα δένδρα με την Ηλεία και την Πελοπόννησο, θα μάθουμε πώς συνδέονται με τη μυθολογία της Ηλείας και της Αρκαδίας η τοποθεσία της Βυτίνας και του χωριού μας. Οι αρχαίοι για άλλη μία φορά θα μας καταπλήξουν.
.
«Εοικυία φύλλω πλατάνου το σχήμα» (Στράβων, Η, 335)


Απεικόνιση της Πελοποννήσου ως φύλλο πλατάνου από τον Πτολεμαίο
.
Οι Έλληνες από τα αρχαιότατα χρόνια αγαπούσαν τα μακρυνά ταξίδια. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο εάν δεν είχαν γνώσεις γεωγραφίας και εάν δεν τις είχαν αποτυπώσει σε χάρτες. Στην περίπτωση της Πελοποννήσου, με τη σημαντική στρατηγική θέση στις θαλάσσιες οδούς της Μεσογείου και την περίπλοκη ακτογραμμή, μας εντυπωσιάζει η ακρίβεια με την οποία παρατίθενται τόσο οι διαστάσεις, όσο και το σχήμα της χερσονήσου. Από τα πρώιμα χρόνια παρομοιάσθηκε με φύλλο πλατάνου ή συκιάς. Εκτός από το Στράβωνα, ο Διονύσιος ο Χαρακηνός γράφει: «Πέλοπος δ’ επί νήσος οπηδεί, ειδομένη πλατάνοιο μυουρίζοντι πετήλω» (Οικουμένης Περιήγησις, 405). Ο Στράβων ορίζει και τις διαστάσεις της, υπολογίζοντας ότι είναι ίση κατά μήκος και κατά πλάτος.
Κ έντρο της Πελοποννήσου ήταν η Αρκαδική πόλη του Μεθυδρίου, στο χώρο του οποίου ιδρύθηκε τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες η Βυτίνα. Λίγα χιλιόμετρα νοτίως της Βυτίνας σώζονται ελάχιστα ίχνη της αρχαίας πόλεως και μάλιστα μία στρογγυλή λαξευμένη πέτρα, χωμένη βαθιά στο έδαφος, που προεξέχει μισό μέτρο πάνω από αυτό και θεωρείται ο ομφαλός της Πελοποννήσου. Το Μεθύδριον ήταν η πατρίδα του Κλέωνος, του ενός από τους δύο ευτυχέστερους ανθρώπους του κόσμου –ο άλλος ήταν ο Αγλαός από την επίσης αρκαδική Ψωφίδα (σημερινά Τριπόταμα Αχαΐας). Πηγή της ευτυχίας τους ήταν η παντελής απουσία πλούτου, άρα και σκοτούρας στο κεφάλι τους, και βεβαίως η υπέροχη φύση της Αρκαδίας.

Πελασγία, Απία και Αχαϊκόν Άργος, τα αρχαιότατα ονόματα της Πελοποννήσου
Ο
«ισόθεος» Πελασγός ήταν ο μυθικός γενάρχης του ομωνύμου πανάρχαιου γένους. Οι Αρκάδες πίστευαν ότι ήταν ο πρώτος άνθρωπος, που αναδύθηκε από τη γη και έγινε γενάρχης των ανθρώπων, επινόησε τις καλύβες και τα ενδύματα από προβιές και έμαθε στους ανθρώπους τα εδώδιμα χόρτα και τα βελανίδια. Έτσι η Αρκαδία αρχικά και κατ’ επέκτασιν όλη η χερσόνησος ονομάσθηκε Πελασγία. Επειδή κατά τον αρκαδικό μύθο ο Πελασγός έζησε πριν την εμφάνιση της Σελήνης, οι Αρκάδες εκαλούντο Προσέληνοί.
Γιος του Πελασγού και της νύμφης Κυλλήνης ήταν ο βασιλιάς των Αρκάδων Λυκάων, από την κόρη του οποίου Καλλιστώ και το Δία γεννήθηκε ο επώνυμος ήρωας των Αρκάδων, ο Αρκάς. Επειδή η Καλλιστώ καταπάτησε τον όρκο παρθενίας προς την Αρτέμιδα, αυτή τη μεταμόρφωσε σε αρκούδα και τη σκότωσε. Ο Ζεύς πήρε την προβιά της και τη στερέωσε στον ουρανό, δημιουργώντας τον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου. Ο Λυκάων ίδρυσε τη Λυκόσουρα, «την πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου», και απέκτησε πενήντα γιους, οικιστές πόλεων. Μεταξύ αυτών ο Ορχομενός, οικιστής του Ορχομενού και του Μεθυδρίου.
Απία ή Απίς ονομαζόταν από το μυθικό βασιλιά του Άργους Άπιν, γιό του Δευκαλίωνος, ο οποίος είχε τόση δύναμη, ώστε το όνομά του να πάρει όλη η χώρα εντός του Ισθμού και οι κάτοικοί της Απιείς ή Απιδόνες. Ο Στράβων όμως περιορίζει το όνομα μόνο στην περιοχή του Άργους. «Απίη γαίη» κατά τον Όμηρο σημαίνει απομακρυσμένη χώρα. Κατά τον Αθήναιο ονομάσθηκε από τις πολλές απιδιές (απία=απιδιά, αχλαδιά). Και στη σύγχρονή εποχή το ίδιο δένδρο έδωσε το όνομά του σε χωριά όπως η Απιδεώνα και το Αγραπιδοχώρι, αλλά και από την αρβανίτικη γλώσσα στο Γκορτσούλι.
Κατά ένα μύθο γιος του Διός και της Καλλιστούς ή κατ’ άλλον του Ερμού και μιας νύμφης ήταν και ο τραγοπόδαρος θεός Παν, που τριγυρνούσε στο δασοσκεπές Μαίναλο παίζοντας την καλαμένια σύριγγα. Προς τιμήν του κυρίαρχου θεού της η Αρκαδία είχε ονομασθεί κάποτε Πανία, όνομα που είχε επεκταθεί σε όλη την Πελοπόννησο.
Το σημερινό όνομα, που επικράτησε από την αρχαιότητα, προήλθε από τον Πέλοπα, εγγονό του Διός και γιο του Ταντάλου και της Διώνης, που βασίλευε στη Σίπυλο της Φρυγίας, στη Μικρά Ασία. Ο ευνοούμενος των θεών Τάνταλος μπορούσε να είναι ομοτράπεζός τους. Θέλοντας κάποτε να δοκιμάσει τη σοφία των θεών, τους παρέθεσε δείπνο, το οποίο όμως αποτελείτο από τις σάρκες του τεμαχισμένου μικρού γιου του! Οι παντογνώστες θεοί το γνώριζαν και δεν άγγιξαν το φαγητό, εκτός από τη Δήμητρα, που απορροφημένη από τη λύπη για την απώλεια της κόρης της, έφαγε την ωμοπλάτη του θύματος. Ο Ερμής με εντολή των θεών επανατοποθέτησε τα μέλη του Πέλοπος στο λέβητα όπου είχαν βράσει και τον ανέστησαν, αντικαθιστώντας την ωμοπλάτη του με άλλη από ελεφαντοστό. Για αυτό οι απόγονοί του πιστευόταν ότι είχαν τον έναν ώμο λευκό.
Ο Τάνταλος για να αποφύγει την οργή των θεών πήρε τον Πέλοπα και κατέφυγε στην Απία, ελπίζοντας ότι θα χάσουν τα ίχνη του. Πώς όμως ήταν δυνατόν να κρυφθεί από τους θεούς εκεί που οι περισσότεροι είχαν γεννηθεί, σύμφωνα με την Αρκαδική μυθολογία: ο Ζεύς στο όρος Λύκαιον, ο Ποσειδών στα λιβάδια της Μαντινείας, η Ήρα στη Στυμφαλία, η Αφροδίτη στο Λάδωνα, ο Ερμής στο όρος Κυλλήνη, η Αθηνά στην κορυφή της Αλιφείρας, ο Παν επίσης στην Αρκαδία. Αλλά και η Άρτεμις είχε πάρει προίκα της πολλά βουνά της περιοχής, και ο Απόλλων στην Κυλλήνη αντάλλαξε το κοπάδι του με τη λύρα του Ερμού.
Τελικά τον βρήκαν και τον έστειλαν στον Άδη υποβάλλοντάς τον στο «μαρτύριο του Ταντάλου», κατά το οποίο βρισκόταν πεινασμένος και διψασμένος ανάμεσα σε φαγητό και νερό, αλλά μόλις άπλωνε τα χέρια του να πάρει κάτι, αυτά απομακρύνονταν.
Όμως η ιστορία του Πέλοπος έμελλε να είναι ακόμη πιο συναρπαστική. Σύμφωνα με ένα χρησμό, ο βασιλιάς της Πίσας (σημερινή Μιράκα Ολυμπίας) Οινόμαος, επρόκειτο να φονευθεί από το γαμπρό του. Για να αποφύγει το πεπρωμένο του, απέφευγε να παντρέψει την κόρη του Ιπποδάμεια. Επειδή όμως πολλοί μνηστήρες τη διεκδικούσαν, για να τους τρομοκρατήσει διοργάνωσε αγώνες ιπποδρομίας μεταξύ αυτού και των ενδιαφερομένων, με έπαθλο στο νικητή την κόρη του, ή σε περίπτωση δικής του νίκης, τη ζωή του νικημένου. Αυτό δεν επτόησε τους μνηστήρες που συνέχισαν να έρχονται, και βεβαίως να χάνουν το κεφάλι τους, καθώς τα άλογα του βασιλιά, δώρο του Άρη, είχαν θεϊκή δύναμη και υπερίσχυαν. Η θέα δώδεκα κομμένων κεφαλών πάνω από τη θύρα του Οινομάου τρόμαξε τον Πέλοπα, αλλά δεν τον αποθάρρυνε. Η Ιπποδάμεια τον ερωτεύθηκε και ζήτησε από το Μυρτίλο, ηνίοχο του βασιλιά, να τον βοηθήσει. Αλλά και ο Πέλοψ του έταξε το μισό βασίλειο σε περίπτωση νίκης. Ο Μυρτίλος, κρυφά ερωτευμένος με την Ιπποδάμεια, την υπάκουσε και προκάλεσε δολιοφθορά στο άρμα του βασιλιά, με αποτέλεσμα αυτό να διαλυθεί και ο Οινόμαος να βρει το θάνατο, ο δε Πέλοψ να πάρει για σύζυγο την πολυπόθητη κόρη. Αντί όμως να τηρήσει την υπόσχεσή του προς το Μυρτίλο, τον έριξε στη θάλασσα από ένα γκρεμό. Το μόνο που πρόλαβε να κάνει ο δυστυχής ηνίοχος ήταν να καταρασθεί και αυτόν και τους απογόνους του. Από το Μυρτίλο έλαβε το όνομά του το Μυρτώον πέλαγος.
Βασιλιάς πλέον της Πίσας, κατέλαβε και τη γειτονική Ολυμπία καθώς και όλη την Ήλιδα και αποκατέστησε τους Ολυμπιακούς αγώνες αυξάνοντας την αίγλη τους. Τα πολλά παιδιά και οι σπουδαίες πράξεις του τον έκαναν τόσο γνωστό σε όλη την Απία, ώστε οι κάτοικοί της να τον τιμήσουν περισσότερο από όλους τους ήρωες και τελικά να ονομασθεί όλη την περιοχή όπου ανήκε η Ήλις «νήσος του Πέλοπος», δηλαδή Πελοπόννησος.
Η κατάρα του Μυρτίλου όμως έπεσε επάνω στα παιδιά του και δύο από αυτά, ο Ατρεύς και ο Θυέστης, σκότωσαν τον αδελφό τους Χρύσιππο, γιο της πρώτης του συζύγου Αξιόχης, από ζήλεια που ήταν ο πιο αγαπημένος του πατέρα τους. Όταν τους ανακάλυψε, τους εξόρισε από την Ήλιδα καταρώμενος αυτούς και τους απογόνους του να αλληλοφονεύονται. Αυτοί κατέφυγαν στην Αργολίδα, μαζί με τη μητέρα τους Ιπποδάμεια, που τους είχε βοηθήσει. Ο Ατρεύς παντρεύτηκε την Αερόπη, κόρη του βασιλιά των πολύχρυσων Μυκηνών Ευρυσθέως και τον διαδέχθηκε στο θρόνο. Γιοι του ήταν ο διάδοχός του Αγαμέμνων και ο βασιλιάς της Σπάρτης Μενέλαος, ο απατημένος σύζυγος της Ωραίας Ελένης. Όμως και η Αερόπη απάτησε τον Ατρέα με το Θυέστη. Τα όσα ακολούθησαν έδωσαν την έμπνευση στους τραγικούς ποιητές να γράψουν τα αθάνατα αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Η αρματοδρομία του Πέλοπος και του Οινομάου κόσμησε το ανατολικό αέτωμα του ναού του Διός στην Ολυμπία, που σώζεται στο Μουσείο.
Ο τάφος του Πέλοπος ήταν στους Λετρίνους, που βρίσκονταν στις όχθες της λίμνης Μουριάς, μεταξύ Πύργου και Κατακόλου. Κατά τη δεκαετή πολιορκία της Τροίας, η μάντις Κασσάνδρα είχε προφητεύσει ότι η πόλη θα έπεφτε εάν μεταφερόταν η τέφρα του γιού του Ταντάλου από τους Λετρίνους. Πράγματι μετά τη μεταφορά της, η Τροία έπεσε στα χέρια των Ελλήνων.
Στη συνέχεια ο Πέλοψ τιμήθηκε ως ήρωας στην Ολυμπία περισσότερο από όλους τους άλλους. Το μνημείο του σωζόταν στις όχθες του Αλφειού και το ιερό του, το Πελόπιον, ιδρύθηκε εντός της Άλτεως από τον Ηρακλή, ο οποίος πρώτος του προσέφερε θυσία, για να καθιερωθεί στη συνέχεια η ετήσια προσφορά μαύρου κριαριού από τις Αρχές των Ηλείων.
Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους επικρατεί το όνομα Αχαΐα, όπως και στους πρώτους Βυζαντινούς αιώνες. «Ελλάδος Ακρόπολις» χαρακτηρίζεται η Πελοπόννησος από το Στράβωνα. Και πράγματι είναι, αν αναλογισθεί κανείς την ακρότατη θέση της εντός του ελληνικού κόσμου και την ιστορία της μέχρι τους νεωτέρους χρόνους. Αφ’ ενός ήταν η τελευταία περιοχή που έπεφτε στα χέρια των ξένων κατακτητών, αφ’ ετέρου σε δύσκολους καιρούς διατήρησε το φρόνημά της σε υψηλότερο επίπεδο από άλλες περιοχές. Αυτό συνέβη κυρίως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου οι Μοραΐτες πέτυχαν με δωροδοκίες των τουρκικών αρχών να αποφύγουν το παιδομάζωμα, αλλά και έδειξαν μεγαλύτερο ψυχικό σθένος και δεν υπέκυψαν στον εξισλαμισμό. Παρ’ ότι ο ζυγός αλλοίωσε το χαρακτήρα τους κάνοντάς τους δόλιους, ψεύτες, υποκριτές και συκοφάντες, ώστε να επιβιώσουν της σκλαβιάς, ήταν ψυχικά ενωμένοι, καρτερικοί και κυρίαρχοι πολιτιστικά τόσο, ώστε ακόμη και οι Τούρκοι του «Μορά», όπως έλεγαν εκείνοι, ήταν ελληνόφωνοι, και μερικοί μετά την Απελευθέρωση εκχριστιανίσθηκαν και παρέμειναν. Πολλές δε περιοχές της ουδέποτε κατοικήθηκαν από Τούρκους επειδή ήταν βακούφια, αφιερωμένα στο Σουλτάνο (η περιοχή του Πύργου) ή τη βασιλομήτορα Βαλιδέ Σουλτάνα (η Βυτίνα). Τέλος η Μάνη, αλλά και τα βουνά, παρέμειναν καθ’ όλη την Τουρκοκρατία ουσιαστικά αδούλωτα. Όλα αυτά βοήθησαν ώστε η Ελληνική Επανάσταση να επικρατήσει κυρίως στο Μοριά, παρά τη λυσσαλέα αντίσταση των Τούρκων.

Αγγλικός χάρτης του 1840 με τα τότε όρια του Βασιλείου της Ελλάδος, όπου εμφανίζεται η ονομασία Μορέα
.
Το όνομα Μορέας ή Μοριάς απαντάται για πρώτη φορά το έτος 1111 σε χειρόγραφο σημείωμα, όπως και στα «Χρονικά του Μορέως» και αφορά μόνο στην περιοχή της Ηλείας ετυμολογείται δε από τη μουριά (μορέα), είτε λόγω της καλλιέργειας μουριών στην περιοχή, είτε λόγω της ομοιότητας της Πελοποννήσου με φύλλο μουριάς. Ήταν όμως γνωστή η αρχαία παρομοίωση με φύλλο πλατάνου, οπότε δεν θα έπαιζαν με τα δένδρα, πολύ περισσότερο που η ονομασία δεν αφορούσε ακόμη όλη τη χερσόνησο. Η εκδοχή της καλλιέργειας μουριών είναι πιθανότερη, καθώς η σηροτροφία, που συνδέεται με αυτήν, είχε εισαχθεί από τον Ιουστινιανό τον 6ο αιώνα μ.Χ. κυρίως στην Ηλεία και τη Μεσσηνία, όπου ευδοκιμεί το δένδρο.
Αξίζει τέλος μία αναφορά στην ατυχώς αποξηρανθείσα Λίμνα της Μουριάς, που αντίκρυζε κάποτε το χωριό μας, και η οποία ήταν ένα σημαντικό τοπόσημο για όσους προσέγγιζαν από θαλάσσης το λιμάνι του Κατακόλου, ένα από τα ελάχιστα λιμάνια της ηλειακής ακτής. Αν από την αφθονία μουριών γύρω της η ανώνυμη «αέναος λίμνη» που αναφέρει ο Παυσανίας ονομάστηκε αργότερα Μορέα-Μουριά, μπορεί αυτή με τη σειρά της να έδωσε το όνομά της στην ευρύτερη περιοχή, ακολούθως στο φραγκικό Πριγκηπάτο της Αχαΐας ή του Μορέως και τελικά σε ολόκληρη τη χερσόνησο. Έτσι απορρίπτονται ως αβάσιμες οι ετυμολογήσεις των σλαβολόγων και του Φαλλμεράυερ από το σλαβικό «μόργιε»=θάλασσα (δε βαφτίζεις μια μεγάλη σε έκταση χερσόνησο με τη λέξη θάλασσα!), του Χοπφ από το «Ρωμαία» (όταν οι Έλληνες λέγονταν Ρωμαίοι και Ρωμιοί μέχρι το 19ο αιώνα δεν θα παρέφθειραν τον όρο «Ρωμαία» σε «Μορέα») και άλλων από το επίθετο «ανόρειος». Αφού υπάρχουν απλές και αληθοφανέστατες εκδοχές δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε ετυμολογικές ακροβασίες.

3 σχόλια:

antarths είπε...

ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΕΡΕΥΝΑ!!!

Βυτιναιος είπε...

Ευχαριστώ! Μου πήρε αρκετό χρόνο να βρώ και να συνδέσω τα στοιχεία, αλλά το έκανα με μεγάλη ευχαρίστηση.

Δημοτικό Σχολείο Αγνάντων είπε...

συγχαρητήρια και από εμένα. τέτοιες μελετες μένουν.