Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΓΙΑ ΤΣΟΚΛΗ


Η γνωστή δημοσιογράφος - περιηγήτρια Μάγια Τσόκλη κοσμεί από χθες, στη ζηλευτή τέταρτη θέση, το ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, με το αιτιολογικό ότι "προβάλλει την άλλη Ελλάδα". Δυστυχώς η σχέση της με την Ηλεία, όλα αυτά τα χρόνια που ταξίδεψε τη χώρα μας και τον κόσμο απ' άκρη σ' άκρη, δεν ήταν ιδιαίτερα στενή. Μόνο μετά το ολέθριο καλοκαίρι του 2007 βρέθηκε στην Ανδρίτσαινα, για λόγους που εξήγησε στο εισαγωγικό σημείωμα του περιοδικού Passport. Αναδημοσιεύουμε το σχετικό editorial, καθώς και ένα άρθρο σχετικό με τα κεφαλοχώρια της ορεινής Αρκαδίας και Ηλείας, που είχε δημοσιευθεί στο ίδιο περιοδικό.
Φταίει η ίδια που δεν ταξίδεψε περισσότερο και δεν πρόβαλε την Ηλεία; Ας μην πούμε ότι δε θα είχε τι να δει, μέσα στην ασχήμια του δομημένου και την καταστροφική υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος. Ας πούμε καλύτερα ότι δε βρέθηκαν άνθρωποι να την καλέσουν και να της δείξουν τους θησαυρούς αυτού του τόπου. Επίσης, την απογοήτευσαν οι άνθρωποι, όσο κι αν μας κακοφαίνεται αυτό. Άρα δε φταίει η ίδια που έμεινε η Ηλεία στα αζήτητα της εκπομπής και του περιοδικού της. Φταίει η πολιτική και πνευματική κάστα αυτού του αδικημένου τόπου και οι κάτοικοί του.
Ευχόμαστε στη δραστήρια δημοσιογράφο καλή θητεία στην πολιτική της σταδιοδρομία και ελπίζουμε, από όποια θέση έχει μετά τις 5 Οκτωβρίου, να μας θυμηθεί.
.

.
editorial
Πριν από λίγες μέρες, μία ομάδα πρόθυμων εθελοντών, πήγαμε στην Ηλεία με στόχο να φανούμε κάπως χρήσιμοι σε ένα μικρό χωριό. Μείναμε στην Ανδρίτσαινα, τόπο ιστορικό, με πλήθος διατηρητέων κτιρίων, λιθόστρωτα καλντερίμια και μια αναπάντεχα πλούσια και σημαντική βιβλιοθήκη, την Νικοπούλειο. Όσοι κοιμηθήκαμε στον ξενώνα Αυγερινό - Συρράκο μείναμε απόλυτα ευχαριστημένοι και όσοι φάγαμε κόκορα με χυλοπίτες από τα χεράκια της Κωνσταντίνας στη Θεισόα, γλείφαμε τα δάχτυλά μας! Όμως, γενικότερα, τι ερημιά!
Άδεια τα χωριά τώρα που μπήκε ο χειμώνας, τα εστιατόρια υπολειτουργούσαν, τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Είχα μιαν αίσθηση εγκατάλειψης που δυσκολεύομαι να δικαιολογήσω. Η «γραφικότατη κωμόπολη», όπως την αποκαλούν τα τουριστικά φυλλάδια, απέχει περίπου δυόμισι ώρες από την Αθήνα και είναι ένας από τους ωραιότερους οικισμούς της χώρας. Οι Βάσσες, όπου στέκει ο Ναός του Επικούριου Απόλλωνος, απέχουν μόλις 13 χιλιόμετρα, η γύρω περιοχή -παρά τις πυρκαγιές- διαθέτει αμέτρητες φυσικές ομορφιές, η Καρύταινα είναι δίπλα, γιατί λοιπόν αυτή η χειμερινή παρακμή; Ίσως η απάντηση βρίσκεται στα λόγια του σαραντάρη ντόπιου, «εγώ λέω στους άλλους να μην ξαναφυτέψουν ούτε ελιές ούτε τίποτε. Θα ξανακαούν έτσι κι αλλιώς, κάθε δέκα χρόνια έχουμε μια μεγάλη πυρκαγιά».
Ίσως πάλι βρίσκεται στην αρχικά εντυπωσιακή απουσία ντόπιων στο χωριό που πήγαμε να υποστηρίξουμε - «Είναι δύσπιστοι», μας είπε ο «σύνδεσμός» μας. «Συγχωρήστε τους». Σίγουρα στην απουσία των νεότερων, που πιστεύουν ότι στο χωριό «δεν περνάει ο χρόνος», που φοβούνται ότι θα μείνουν ανύπαντροι έτσι και παραμείνουν στα πατρογονικά εδάφη. Αν έπρεπε με δυο λέξεις να πω αυτό που ένιωσα -όσο σκληρό κι αν ακούγεται, και ναι, ξέρω ότι υπάρχουν χίλιες δυο δικαιολογίες- ήταν μια μεγάλη αδιαφορία εκ μέρους των ντόπιων.
Σκεπτόμουν την απομονωμένη Ήπειρο και την φτωχή Ευρυτανία που έχουν επιτύχει αξιοθαύμαστους τουριστικούς στόχους. Κι ας μη μιλάμε πάντα για πολιτική υποστήριξη. «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», λέει ο λαός. Γίναμε λιγάκι σαν τους φτωχούς πληθυσμούς της γης που μοιρολατρικά πλέον συνήθισαν να ζουν από την ελεημοσύνη των πλουσίων. Όμως, εμείς οι Νεοέλληνες δεν έχουμε πια δικαιολογίες. Γκρινιάζουμε ότι δεν γίνεται τίποτε αλλά δεν παίρνουμε και τη «ζωή από τα κέρατα», όπως έκαναν οι παλιοί, τα περιμένουμε όλα από… κάποιον: τους γονείς μας, την κοινότητα, το δήμο, το κράτος.
Τα τσούζουμε στα καφενεία φιλοσοφώντας! Κι όμως όλοι ξέρουμε ότι μέσα υπάρχουν: Η Ελλάδα δεν καταφέρνει να απορροφήσει τα ευρωπαϊκά κονδύλια και τα χρήματα κυριολεκτικά χάνονται. Κάθε οικογένεια που έχει νέους ανθρώπους θα μπορούσε να κάνει θαύματα. Η επιτυχία έρχεται με δουλειά και επιμονή, κύριοι της επαρχίας μας. Και στόχους και πάθος και αγάπη. Κάποιες εξαιρέσεις έχουν αποδείξει ότι όλα γίνονται. Ολα τα άλλα, τα ακούω βερεσέ. Κι αν είμαι άδικη και σκληρή, είναι επειδή νιώθω ντόπια κι εγώ, και στενοχωριέμαι. Και γιατί πάντα ελπίζω.
Mάγια Τσόκλη
.
.
ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑ–ΚΑΡΥΤΑΙΝΑ-ΝΕΔΑ
.
Κεiμενο Αντώνης Ιορδάνογλου, φωτογραφiες Γιώργος Δέτσης, Νίκος Εξαρχόπουλος
.

Στα μονοπάτια του Πάνα
Μ
ια εκδρομή πατριδογνωσίας με ηρωικά κεφαλοχώρια φορτωμένα αναμνήσεις από την Ελληνική Επανάσταση, ερείπια αρχαίων πόλεων, έναν ναό-κόσμημα προς τιμήν του Επικούριου Απόλλωνα κι ένα ποτάμι αναπάντεχης ομορφιάς, που τα σμαραγδένια νερά του ακόμα αντανακλούν εικόνες παλιών μύθων.
Σύσσωμη η Παρέα συγκεντρώθηκε στο σημείο αναχώρησης και ξεκινήσαμε. Τα αυτοκίνητα όρμησαν στην Αττική Οδό και άρχισαν να καταπίνουν τα χιλιόμετρα που μας χώριζαν από την Ανδρίτσαινα. Μετά από μια σύντομη στάση καθ΄ οδόν, περάσαμε την Τρίπολη και βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο προς Καλαμάτα.
Το λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης φάνηκε να λάμπει από μακριά, με τις καμινάδες των ηλεκτροπαραγωγών εργοστασίων να βγάζουν γιγαντιαίες λευκές τούφες καπνού. Κάπου βόρεια, διακρίναμε φωτισμένο το κάστρο της Καρύταινας. Το προσπεράσαμε και συνεχίσαμε πάνω από τους απόκρημνους γκρεμούς του Αλφειού, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας που έκρυβε τις πυρπολημένες ράχες ώς την Ανδρίτσαινα. Η άφιξή μας συνοδεύτηκε από ένα εξαιρετικό δείπνο γεμάτο τοπικές λιχουδιές και τους καλύτερους οιωνούς για την επομένη ημέρα…
.

Περασμένα μεγαλεία
Ξ
υπνήσαμε πολύ νωρίς και στη διάρκεια του πρωινού, αποφασίσαμε, τρώγοντας γευστικότατες τηγανίτες με μέλι και μελετώντας τους χάρτες της περιοχής, να ορίσουμε το πρόγραμμα του διημέρου. Οι γνώμες πολλές, αλλά κανείς δεν αποφάσιζε ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος για να ζήσουμε ένα γεμάτο εικόνες Σαββατοκύριακο στην ορεινή Ηλεία; «Ξεκινάμε με το αμάξι και βλέπουμε», είπαμε ομόφωνα και ξεκινήσαμε...
Περάσαμε στροφές και άλλες στροφές, μέσα στις περιοχές, που όλοι πλέον αποκαλούμε «τα καμένα», ώσπου φτάσαμε στη Θεισόα. Ενα χωριουδάκι που διατηρεί το όνομα της αρχαίας αρκαδικής πόλης που βρίσκεται στο λόφο, ακριβώς από επάνω του. Η Θεισόα στη Μυθολογία ήταν μία από τις τρεις νύμφες -οι άλλες ήταν η Αγνώ και η Νέδα- οι οποίες έπλυναν και φρόντισαν τον Δία μετά τη γέννησή του στο γειτονικό Λύκαιον Ορος. Περπατάμε από την πλατεία ώς την ταβέρνα Θέα, όπου η χαμογελαστή κυρία Κωνσταντίνα μας περιμένει να φάμε πετεινούς κοκκινιστούς με μακαρόνια. «Η Θεισόα έχει 40 μόνιμους κατοίκους. Οι φετινές φωτιές μας έκαψαν τα λίγα ελαιόδεντρα που μας είχαν απομείνει από τις παλιότερες πυρκαγιές», μου εξηγεί ο πρόεδρος του χωριού, Νίκος Τσουρούκος.
Συνεχίσαμε την περιήγησή μας, καθώς θέλαμε να επισκεφθούμε τη Νικολοπούλειο Βιβλιοθήκη Ανδρίτσαινας. Οι υπεύθυνοι μας ξεναγούν στους θησαυρούς της βιβλιοθήκης η οποία δημιουργήθηκε έπειτα από δωρεά του Κωνσταντίνου Νικολόπουλου. Ο Ανδριτσάνος ευεργέτης έστειλε το 1838 από το Παρίσι στη γενέτειρά του, τους 3.500 τόμους του ιδιωτικής συλλογής του. Η βιβλιοθήκη, που περιλαμβάνει σπάνια βιβλία (Αγία Γραφή του 1657, Πίνδαρος του 1515, εκδόσεις από το τυπογραφείο του Αλδου Μανούτιου στη Βενετία κ.λπ.), σήμερα αριθμεί τους 40.000 τόμους και μεταξύ άλλων, διαθέτει ένα πλούσιο Ιστορικό Αρχείο με σημαντικές επιστολές από την Ελληνική Επανάσταση.
Σουλατσάρουμε λίγο στα στενά της Ανδρίτσαινας πριν μαζευτούμε στον ξενώνα μας. Πολλά όμορφα σπίτια, χτισμένα με καλοπελεκημένες πέτρες από Λαγκαδιανούς μαστόρους, σώζονται ακόμη στο χωριό, δίνοντάς του την τρυφερή εικόνα της παλιάς μοραΐτικης κωμόπολης. «Το 1834 ήταν μία από τις τέσσερις μεγαλύτερες πόλεις της Πελοποννήσου», δηλώνει με υπερηφάνεια ο δήμαρχος Ανδρίτσαινας Τρύφων Αθανασόπουλος. «Μετά την Επανάσταση, η Ανδρίτσαινα γίνεται εμπορικό κέντρο, διοικητικό και πολιτιστικό όλης της επαρχίας Ολυμπίας. Δημιουργείται αστική τάξη, αυτό που λέμε «γαλλικά και πιάνο»». Την ακμή της Ανδρίτσαινας την βλέπουμε στο Λαογραφικό Μουσείο, το οποίο στεγάζεται στο Αρχοντικό Κανελλόπουλου: τα φράκα, τα κρινολίνα, οι δαντέλες και η λοιπή αστική γκαρνταρόμπα των Ανδριτσάνων του 19ου αιώνα -που παρελαύνει από τις προθήκες του μουσείου- φανερώνουν τα χρόνια της ακμής με τον καλύτερο τρόπο. «Ως το 1930 η Ανδρίτσαινα είχε 50 ταβέρνες και 15 δικηγόρους», μου εξιστορεί ο κυρ Γιώργος Γκιουμές, στο εκατόχρονο καφενείο της πλατείας. Οι ντόπιοι το ονομάζουν Στέμμα. «Γιατί εκεί πήγαιναν οι αρχόντοι. Οι παρακατιανοί χτυπούσαν το τζάμι αν ήθελαν κάτι…», εξηγεί. Η Ανδρίτσαινα και τα γύρω χωριά της χτυπήθηκαν αλύπητα από τις καλοκαιρινές πυρκαγιές. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα αυτόν το χειμώνα, καθώς τα πάντα ήταν πιο αδειανά. «Ο κόσμος δεν ήρθε φέτος να μαζέψει τις ελιές…», αναφέρει με πικρία ο δήμαρχος.
Κατηφορίζουμε οδικώς ώς του Κορμπά τα Χάνια (σήμερα λέγεται Κάτω Αμυγδαλιές) στην ταβέρνα του Μέλιου, ο οποίος είχε σουβλίσει ένα νόστιμο αρνάκι. Τα τραπέζια γέμισαν, τα χαμόγελα άνθησαν, να και τα τσίπουρα, να και τα κρασιά, να κι οι μεζέδες -παστό και λουκάνικο-, να και οι πιατέλες με το σουβλιστό. Βγαίνοντας από το μαγαζί, χαζεύω τον ουρανό, που μόνο μακρία από το κλεινόν άστυ μπορεί να είναι τόσο ξάστερος.
.
Ικτίνου έργο
Η
χθεσινοβραδινή ξαστεριά έδωσε τη θέση της σε ένα λαμπρό κυριακάτικο πρωινό με λίγα περαστικά σύννεφα. Τέλεια! Με ένα φλιτζάνι καφέ μαζευτήκαμε ξανά γύρω από τους χάρτες για να φτιάξουμε το πλάνο της ημέρας. Ήταν σαφές ότι προλαβαίναμε να πάμε στην καταπράσινη κοιλάδα της Νέδας για ένα ωραίο trekking και με την ευκαιρία να δούμε από κοντά το ναό του Επικούριου Απόλλωνα. Ανηφορίζοντας από την Ανδρίτσαινα, αφήνουμε τη ζοφερή εικόνα «των καμένων» πίσω μας και το σκηνικό μεταβάλεται. Χαμηλά βουνά απλώνονται στον ορίζοντα με θέα ώς το Ιόνιο Πέλαγος, σκεπασμένα από θάμνους, πουρνάρια και αγριελιές. Στο βάθος, μια άσπρη τέντα ορίζει τη θέση του θαυμάσιου ναού μέσα στις σταχτοπράσινες ερημιές του Κοτύλιου Ορους.
Ο ωραιότερος και σπουδαιότερος αρχαιολογικός χώρος δίπλα στην κοιλάδα της Νέδας είναι ο Ναός του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες (έτσι έλεγαν τα μικρά πλατώματα στο βουνό). Ο ναός κατασκευάστηκε από τον διάσημο Ικτίνο -τον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα- γύρω στα 450 π.Χ. και ήταν κατά τον Παυσανία, ο δεύτερος ομορφότερος σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Το ναό έχτισαν οι κάτοικοι της αρχαίας Φιγαλείας, οι οποίοι είχαν στις Βάσσες, στις πλαγιές του όρους Κοτύλιον, τα χωράφια τους. Είναι περίεργο που μέσα σε τόσα χρόνια ο ναός δεν καταστράφηκε, αλλά γι΄αυτό μάλλον ευθύνεται το υψόμετρο -1.131 μέτρα και το δύσβατο του εδάφους. Σήμερα θα τον δείτε να είναι καλυμμένος με ένα προστατευτικό σκέπασμα αλλά παρ' όλα αυτά παραμένει εξίσου εντυπωσιακός και επιβλητικός.
Μετά την περιήγηση στις Βάσσες, φτάνουμε στο χωριό Περιβόλια. Αφήνουμε πίσω μας τη Νέα Φιγαλεία - τη σπαρμένη με τα λείψανα της Αρχαίας Φιγαλείας· μια πελασγική πόλη που διέθετε ιερό της Αρτέμιδος Σωτείρας και ναό της Αθηνάς. Στην αγορά της, οι Φιγαλείς είχαν υψώσει τον ανδριάντα του δύο φορές ολυμπιονίκη στο παγκράτιο και συμπολίτη τους, Αρραχίωνα, ο οποίος πέθανε επί τω έργω, δηλαδή αγωνιζόμενος στο στίβο.
.

Η κοιλάδα της Νέδας
Κατηφορίζουμε έπειτα έναν ασφάλτινο φιδίσιο δρόμο που οδηγεί ώς την κοίτη της Νέδας, του ποταμού που από τα αρχαιότατα χρόνια των Δωριέων αποτελεί το φυσικό σύνορο ανάμεσα στη Μεσσηνία και την Ηλεία. Τα νερά της Νέδας ξεκινούν από πάμπολλες πηγές στο όρος Λύκαιο και, ακολουθώντας μια εκπληκτική μαιανδρική πορεία μέσα από στενά φαράγγια, δροσερά πλατώματα και πνιγμένες στη βλάστηση χαράδρες, περνούν κάτω από πέτρινα τοξωτά γεφύρια. Καλύπτοντας μια γάργαρη διαδρομή 32 χιλιομέτρων, μέσα από σκοτεινές σπηλιές και θορυβώδεις καταρράκτες, καταλήγουν στη θάλασσα. Στη συνέχεια ανηφορίζουμε προς τα Πλατάνια για να πιάσουμε το χωματόδρομο που θα μας ξαναφέρει στο πιο συναρπαστικό κομμάτι του ποταμού. Αφήνουμε το τζιπ δίπλα στο πέτρινο γεφύρι και ξεκινάμε το περπάτημα προς τους δύο εντυπωσιακούς καταρράκτες. Το μονοπάτι μοσχομυρίζει νωπό χώμα, σκίνα, κισσό και βελανίδι και είναι στολισμένο με κάτι μεγάλα και λαμπερά, σχεδόν εξωτικά, μωβ κρινάκια, με κίτρινα στίγματα, που θυμίζουν πολύ ορχιδέες. Η Νέδα βουίζει πλησιάζοντας το Στόμιο, το στενότερο κομμάτι του φαραγγιού όπου χάνεται μέσα σε μια θεοσκότεινη σπηλιά, γεμάτη αγριοπερίστερα και νυχτερίδες. Οι καταρράκτες έχουν βάθρες με σμαραγδένιο χρώμα και πραγματικά πολύ λυπόμαστε που η θερμοκρασία δεν μας επιτρέπει ακόμα να τολμήσουμε μια ωραία και αναζωογονητική βουτιά.
Στο χείλος του γκρεμού, βλέπουμε το εκκλησάκι της Παναγίας που όντας κολλημένο στις σπηλιές του βράχου, ορίζει την απόκοσμη ερημιά. Σύμφωνα με τη Μυθολογία, σε κάποια από τις διάσπαρτες στο Ελάιον Ορος σπηλιές κρύφτηκε η θεά Δήμητρα μετά το βιασμό της από τον μεταμορφωμένο σε άλογο Ποσειδώνα! Με τη θέα της γονιμότητας της γης ταπεινωμένη και πεισμωμένη να μένει κλεισμένη στη σπηλιά, οι σοδειές καταστράφηκαν και οι άνθρωποι κόντεψαν να πεθάνουν από την πείνα. Όλα αυτά βέβαια, μέχρι να την ανακαλύψει ο τραγοπόδαρος Παν και να την πείσει να ξαναβγεί στο φως της ημέρας, προκειμένου να καρπίσει και πάλι το έδαφος... Επιστρέψαμε, ξεϊδρώσαμε, ακούσαμε για λίγο τη σιγαλιά της κοιλάδας και πήραμε πάλι το δρόμο μέσα στα βουνά και στα τοπία· τα στοιχειωμένα με αρχαίους μύθους και ιστορία. Αυτό είναι και το πολύ γοητευτικό όταν ταξιδεύεις στην Πελοπόννησο: οι διαδρομές σου αποκτούν εκτός των άλλων και μια φιλολογική διάσταση αβάσταχτης ομορφιάς.
.
Στα στενά της Καρύταινας
Φ
εύγουμε μεσημεράκι για να προλάβουμε με φως την Καρύταινα. Την πόλη που αναπτύσεται τουριστικά τα τελευταία επτά χρόνια χάρη στους διψασμένους για rafting και canoe-kayak επισκέπτες των ποταμών Λούσιου και Αλφειού και τις εταιρείες εναλλακτικού τουρισμού που δραστηριοποιούνται εδώ. «Τα Σαββατοκύριακα είχαμε στην Καρύταινα και στα γύρω χωριά περίπου 2.500 κόσμο!», λέει ο δήμαρχος Γόρτυνος Κωνσταντίνος Μιχόπουλος. Το φοβερό ατύχημα στο Λούσιο ποταμό τον περασμένο Ιούνιο και οι φοβερές πυρκαγιές του περασμένου Αυγούστου έδωσαν ένα σοβαρότατο χτύπημα στην οικονομία της κωμόπολης αλλά και ολόκληρης της γύρω περιοχής», δηλώνει.
Περπατάμε στα στενά της Καρύταινας για να χωνέψουμε το θεσπέσιο γιουβετσάκι με αρνί, στο οποίο κανείς δεν κατάφερε να αντισταθεί. Το χωριό είναι ένα από τα ομορφότερα της Πελοποννήσου, με εξαιρετικά διατηρημένη αρχιτεκτονικη, έξοχα αρχοντόσπιτα, ονειρική θέα στον κάμπο της Μεγαλόπολης και μοναδική ατμόσφαιρα. Γι αυτό άλλωστε αποκαλείται και Τολέδο της Ελλάδας.
Στην επιστροφή αφήνουμε τη μουσική να μας δώσει κουράγιο στην μποτιλιαρισμένη Κακιά Σκάλα. Οι πρώτες ανοιξιάτικες λιακάδες δεν είχαν ανοίξει μόνο τη δική μας όρεξη για εκδρομή, βλέπετε…
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: