Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΟΣ


Λεπτομέρεια από ρωσική εικόνα Μηναίου Φεβρουαρίου του 16ου αιώνος. Αριστερά της Υπαπαντής εικονίζεται ο Άγιος Τρύφων στον τύπο του Μάρτυρος
.
Βασική πηγή για τη ζωή και τη δράση του Αγίου Τρύφωνος είναι το Συναξάριον της Κωνσταντινουπόλεως, που φαίνεται ότι ανάγεται στον 11ο αιώνα.
Ο Τρύφων γεννήθηκε στη Λάμψακο της μικρασιατικής Φρυγίας το 207 επί Αυτοκράτορα Γορδιανού και εξέτρεφε χήνες. Από νεαρή ηλικία ήταν σε θέση να θεραπεύει κάθε νόσο και να αποβάλλει δαιμόνια με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Μεταξύ άλλων θεράπευσε και την κόρη του αυτοκράτορα Γορδιανού, η οποία βασανιζόταν από δαιμόνια. Επί Αυτοκράτορος Δεκίου οδηγήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας, έδρα του επάρχου της Ανατολής Ακυλίνου, με την κατηγορία ότι δεν αποδίδει την προσήκουσα λατρεία στα αγάλματα των θεών. Εκεί ομολόγησε την πίστη του στο Χριστό, την οποία δεν απαρνήθηκε ούτε μετά από βασανιστήρια και στο τέλος παρέδωσε το πνεύμα του λίγο πριν τον αποκεφαλισμό του την 1η Φεβρουαρίου του έτους 249. Έτσι, ο θάνατός του προήλθε από τη θεία βούληση και όχι από το σπαθί του δημίου.
.

Σχέδιο λίθου από το ναό του Αγίου στη Νίκαια της Βιθυνίας
.
Το νεκρό σώμα του παρέλαβαν πιστοί από τη Νίκαια και το μετέφεραν στη Λάμψακο, όπου ο τάφος του κατέστη θαυματουργός. Μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού χτίστηκε στη γενέτειρά του ιερό προς τιμήν του, ενώ η λατρεία του ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη και στη Νίκαια, όπου είχε μαρτυρήσει. Από αυτές τις δύο πόλεις η λατρεία του επεκτάθηκε σε όλη τη Μικρά Ασία, το «λίκνον αγίων» όλου του Βυζαντινού κόσμου.
Από τον αρχικό πυρήνα της η λατρεία του έφθασε έπειτα (ίσως κατά τον 5ο αιώνα, στη διάρκεια της βασιλείας κάποιου Μικρασιάτη αυτοκράτορα) στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια διαδόθηκε σε όλη τη Βυζαντινή επικράτεια και το Χριστιανικό κόσμο.
Στη Βασιλεύουσα ήταν ήδη διαδεδομένη τουλάχιστον από την εποχή του Ιουστινιανού (6ος αιώνας). Σύμφωνα με το Συναξάριον της Κωνσταντινουπόλεως, η σύναξη του Αγίου ετελείτο την 1η Φεβρουαρίου στο μαρτύριό του, το οποίο βρισκόταν εντός του ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, κοντά στους ναούς της Αγίας Σοφίας και της Αγίας Ειρήνης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχουν οι βυζαντινές γραπτές πηγές, μαρτυρούνται στην Κωνσταντινούπολη τουλάχιστον επτά ναοί στο όνομα του Αγίου Τρύφωνος. Και γνωρίζουμε ότι τόσο ο Θεοφάνης (αρχές 9ου αιώνα) όσο και ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ (886-912) είχαν συντάξει εγκώμια προς τιμήν του μάρτυρα, πράγμα που σημαίνει ότι η λατρεία του εξαπλωνόταν στην Κωνσταντινούπολη και κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων.
.

Οι παλαιότερες παραστάσεις του Αγίου Τρύφωνος που έχουν σωθεί μέχρι σήμερα βρίσκονται στη Μικρά Ασία. Πολλές από τις εκκλησίες της Καππαδοκίας περιλαμβάνουν απεικόνιση του Αγίου, μερικές μάλιστα και σε περίοπτη θέση. Η εικονιζόμενη από υπόσκαφη εκκλησία στα Κόραμα (σημερινό Göreme) της Καππαδοκίας
.
Στα εγκώμια του Θεοφάνη και του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ δεν αποδίδονται στον Άγιο Τρύφωνα κάποιες συγκεκριμένες ιδιότητες. Από μεταγενέστερα κείμενα όμως, γνωρίζουμε ότι ο Άγιος Τρύφων θεωρείται Ανάργυρος, δηλαδή άγιος-ιατρός, καθώς και προστάτης της βλάστησης, των κήπων και των αμπελιών. Και οι δύο αυτές ιδιότητες έχουν ίσως κάποια βάση στα περιστατικά της ζωής του, εφ’ όσον στο Συναξάριό του αναφέρεται ότι ο Τρύφων έδιωχνε τους δαίμονες (άρα είχε ιαματικές ικανότητες) και έβοσκε χήνες (άρα ήταν εξ επαγγέλματος σε συνεχή επαφή με τη φύση, και ιδίως με τις καλλιέργειες που βρίσκονταν κοντά σε κατοικημένους τόπους). Πρέπει, έτσι, να συμπεράνουμε ότι, από κάποια εποχή και μετά, κάπου ανάμεσα στο 10ο και το 13ο αιώνα, ο Άγιος θεωρήθηκε προστάτης ενός συγκεκριμένου τμήματος της αγροτικής παραγωγής, κυρίως αυτού που είχε σχέση με τα οπωροκηπευτικά και το κρασί. Ειδικότερα, εθεωρείτο ότι μπορούσε να αντιμετωπίσει όλα τα ζωύφια και τα έντομα που ήταν δυνατό να βλάψουν αυτές τις καλλιέργειες.
Πιθανότερη εξήγηση είναι η ακόλουθη: Η περιοχή καταγωγής του ήταν ξακουστή για τους αμπελώνες της, όπως εξάλλου και όλα τα παράλια της Προποντίδας. Εκεί βρισκόταν πόλεις που φημίζονταν για την αφθονία των κρασιών τους: η Ραιδεστός, η Κύζικος και η περιοχή της Βιθυνίας με τα κρασιά της Τρίγλειας, της Κίου, της Νίκαιας. Ο Άγιος Τρύφων, πολιούχος της Νίκαιας, συνδέεται λοιπόν κατ’ αρχήν με την άμπελο και τον οίνο λόγω προέλευσης από την περιοχή παραγωγής οίνων ποιότητας, αφού λίγες ήταν οι βυζαντινές επαρχίες που μπορούσαν να καυχηθούν για τον οίνο τους όσο οι περιοχές της Προποντίδας.
.

Εικόνα από τη Μονή Αγίου Γεωργίου Κουδουνά στη νήσο Πρίγκηπο της Προποντίδας
.
Η
θέση της γιορτής του στον ετήσιο κύκλο πρέπει επίσης να έπαιξε ρόλο στην καθιέρωση του Αγίου ως προστάτη των αμπελουργών. Παρόλο που το αμπέλι «κοιμάται» το Φεβρουάριο, ο μήνας αυτός αποτελεί κρίσιμη καμπή στο βλαστικό του κύκλο. Είναι η χρονική περίοδος κατά την οποία αρχίζει παραδοσιακά η σημαντικότερη ίσως αμπελουργική εργασία, το κλάδεμα. Το κλάδεμα είναι τεχνική εργασία για την οποία απαιτείται πείρα, μαστοριά και γνώση του συγκεκριμένου αμπελώνα. Κλαδεύοντας ο αμπελουργός επεμβαίνει δυναμικά στο αμπέλι του και ρυθμίζει την ποσότητα άρα και την ποιότητα της παραγωγής του, ενώ καθορίζει αναπόφευκτα τη διάρκεια ζωής και την υγιεινή κατάσταση των κλημάτων.
.

Τοιχογραφία του 1751 από την Παναγία των Δελφών. Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών
.
Πανάρχαιες αντιλήψεις για τη βλάστηση και τη γονιμότητα βρήκαν πιθανότατα στέγη στον εορτασμό του Μεγαλομάρτυρος Τρύφωνος την 1η Φεβρουαρίου. Οι γεωργοί προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την προστασία των θεϊκών δυνάμεων πριν αρχίσουν το κλάδεμα. Όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός, πολλά από τα παλιά λατρευτικά στοιχεία που απαγορεύτηκαν, επιβίωσαν κάτω από το μανδύα της νέας θρησκείας. Ο Άγιος, εξειδικευόμενος, επωμίσθηκε το ρόλο του προστάτη κυρίως των αμπελουργών. Δέχεται τις ιδιαίτερες φροντίδες με τις οποίες προσπαθούν να εξασφαλίσουν την ευετηρία, την καλή χρονιά και να προστατεύσουν το αμπέλι από τις λογής καταστροφές που μπορεί να φέρει μια όψιμη παγωνιά, το χαλάζι, ο άνεμος, η δυνατή βροχή, κάποια ασθένεια. Δεν φαίνεται πάντως τυχαίο το γεγονός ότι και ο βασικός Γάλλος ομόλογος του Αγίου, ο Saint Vincent, εορτάζεται στους γαλλικούς αμπελότοπους την ίδια περίπου χρονική περίοδο, στις 22 Ιανουαρίου.
Το πιθανότερο είναι ότι η λατρεία του Αγίου Τρύφωνος στη Νίκαια εντάθηκε μετά το 1204. Φαίνεται ότι, μετά την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους, το λείψανο του μάρτυρα –όπως συνέβη και με άλλες περιπτώσεις– μεταφέρθηκε στη Δυτική Ευρώπη. Συγκεκριμένα, αποτέθηκε στο ναό του Αγίου Πνεύματος στη Ρώμη (η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 10 Νοεμβρίου). Αυτό πρέπει να ήταν ένα μεγάλο χτύπημα για τη λατρεία του Αγίου στην Κωνσταντινούπολη. Λίγο αργότερα συγκροτήθηκε η Αυτοκρατορία της Νικαίας, το πιο δυναμικό από τα κράτη που διαμορφώθηκαν από τη βυζαντινή αριστοκρατία μετά το 1204 στις περιοχές που οι Σταυροφόροι δεν είχαν κατορθώσει να ελέγξουν. Είναι πιθανό οι ηγεμόνες του κράτους της Νικαίας, στην προσπάθειά τους να αντιπαρατεθούν με το λατινικό πλέον κράτος της Κωνσταντινούπολης, να έδωσαν κάποια βαρύτητα στην ανάπτυξη της λατρείας του Τρύφωνος, ενός τοπικού Αγίου ιδιαίτερα γνωστού και αγαπητού σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο, το λείψανο του οποίου μάλιστα είχε μόλις κλαπεί από τους αντιπάλους.
Δύο βασικά στοιχεία συνηγορούν υπέρ μιας τέτοιας άποψης. Το πρώτο είναι το γεγονός ότι ο Αυτοκράτορας της Νικαίας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (1255-1259) όχι μόνο αναφέρει (στο έργο του Εγκώμιον εις την μεγαλόπολιν Νίκαιαν) ότι στη Νίκαια ο Τρύφων ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και η μνήμη του εορταζόταν κάθε χρόνο πολύ πανηγυρικά, αλλά παραθέτει και ένα εγκώμιο προς τιμήν του μάρτυρα, το οποίο είχε γράψει ο ίδιος. Είναι γνωστό από ένα ανώνυμο βυζαντινό χρονικό της εποχής ότι ο Θεόδωρος Β΄ θεωρούσε τον Τρύφωνα προστάτη άγιό του, και, όπως έλεγε, συχνά ερχόταν στον ύπνο του για να τον ενθαρρύνει και να τον συμβουλεύσει.
Για τους λόγους αυτούς, ο Θεόδωρος Β΄ επέλεξε να απεικονίζεται στα νομίσματα που έκοψε και η μορφή του Αγίου Τρύφωνος δίπλα στη δική του μορφή. Στα νομίσματα αυτά παριστάνονταν και τα κρίνα, τα οποία αποτελούσαν ένα από τα σύμβολα του Τρύφωνος στο πλαίσιο της ειδικής λατρείας που του αποδιδόταν την εποχή εκείνη στη Νίκαια.









Το δεύτερο στοιχείο, και ίσως το σημαντικότερο, είναι ότι, σύμφωνα με το ίδιο ανώνυμο χρονικό, ο Θεόδωρος, αμέσως έπειτα από μια δύσκολη νίκη του εναντίον του ηγεμόνα της Βουλγαρίας Μιχαήλ Ασάν στη Βόρεια Μακεδονία το 1254, επέστρεψε στη Νίκαια και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ανεγείρει έναν πολυτελή ναό προς τιμήν του Αγίου Τρύφωνος, στον οποίο απέδωσε τη νίκη του. Πληροφορούμαστε, μάλιστα, ότι ο ναός αυτός χτίστηκε στη θέση ενός προγενέστερου πλινθόκτιστου ναΐσκου αφιερωμένου στον Άγιο, ο οποίος είχε κατασκευαστεί στον τόπο του μαρτυρίου του και βρισκόταν πια σε πολύ κακή κατάσταση.
Στο Εγκώμιόν του, ο Θεόδωρος Β΄ αναφέρεται εκτός των άλλων και στο ετήσιο θαύμα του Αγίου, ο οποίος την ημέρα της γιορτής του, δηλαδή μέσα στο καταχείμωνο, έκανε να ανθίζει (ένα χρόνο αφ’ ότου είχε κοπεί) ο κρίνος που βρισκόταν «δίπλα στη λυχνία του». Πρέπει, επομένως, να υποθέσουμε ότι ο ναός του Αγίου Τρύφωνος ήταν ένα «μαρτύριο», όπου, ίσως λόγω της έλλειψης του λειψάνου, ο μάρτυρας Τρύφων εθεωρείτο ότι έκανε αισθητή την παρουσία του και την εύνοιά του προς την πόλη και τον αυτοκράτορα μέσω ενός ετησίως επαναλαμβανόμενου θαύματος με μεγάλη πολιτική σημασία.







Έτσι, είναι πολύ πιθανό ότι ο Θεόδωρος Β΄ έδωσε, για συγκεκριμένους λόγους εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, νέα ώθηση στη λατρεία του Αγίου Τρύφωνος, η οποία φαίνεται ότι είχε αποδυναμωθεί ακόμη και στην ίδια την πόλη όπου είχε μαρτυρήσει. Οι πληροφορίες αυτές βρίσκουν πρόσθετη επιβεβαίωση με βάση αρχαιολογικά τεκμήρια, γιατί σε μία ανασκαφή που έγινε στη Νίκαια το 1947 βρέθηκαν τα ερείπια ενός αρκετά μεγαλοπρεπούς ναού (22,5x19,5 μέτρα) χτισμένου γύρω στα 1255 στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου· ο ναός –ο λεγόμενος από τους ανασκαφείς C– λίγο μετά την εποχή που είχε χτιστεί φαίνεται ότι διακοσμήθηκε με λαμπρά ψηφιδωτά και δάπεδο από opus sectile. Ίσως δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο το ότι ο ναός είχε χτιστεί στο βόρειο τμήμα της πόλης, πάνω ακριβώς στον κεντρικό δρόμο που έπρεπε κανείς να ακολουθήσει αν ήθελε να πάει από τη Νίκαια στην Κωνσταντινούπολη.
Παρά τη μεταφορά των ιερών λειψάνων του Αγίου στη Ρώμη, τμήματα τους εξακολουθούν να φυλάσσονται σε λειψανοθήκες μονών και ναών του Ορθόδοξου κόσμου. Η τίμια κάρα του είναι διαμοιρασμένη σε τουλάχιστον τρία σημεία: στη Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους, στη Μονή Αγίας Τριάδος Μετεώρων και στη Μονή Μεγάλου Σπηλαίου Αχαΐας. Το δεξί του χέρι σώζεται στη Μονή Κωνσταμονίτου στο Άγιον Όρος, ενώ τμήμα του βραχίονος στη Μονή Φρασινέι της νότιας Ρουμανίας. Άλλα, τέλος τεμάχια φυλάσσονται στις Μονές Προφήτου Ηλιού Θήρας και Αγίας Λαύρας Αχαΐας, στο ναό Αγίας Αικατερίνης Πλάκας στην Αθήνα και αλλού.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: