Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΑΝΕΜΩΝΕΣ


Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ σήκωσε τα άδεια πιάτα από το τραπέζι.
- Σου άρεσε το φαγητό; με ρώτησε.
- Παίρνεις πάντα το ωραιότερο μέρος, της είπα.
- Τηλεφωνώ στον Κώστα, απέναντι, κι όταν έχει κατσικάκι μου στέλνει το λαιμό και τη σπάλα.
Την ώρα που την αποχαιρετούσα στην εξώπορτα, έβαλε το χέρι στην τσέπη της ρόμπας της — ακριβώς όπως παληά, όταν εξοικονομούσε λίγα χρήματα και μας έδινε για χαρτζηλίκι.
- Παρ' τα αυτά, μου λέει με χαμηλωμένο κεφάλι, εσύ χρησιμοποιείς λεωφορεία.
Ήταν τρία εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών. Κατάλαβα τη σημασία της προσφοράς: η μάνα μου μου δήλωνε πως δεν μπορούσε, πλέον, να ανέβει σε λεωφορείο.
Πράγματι, την ίδια εκείνη άνοιξη αρρώστησε και, ξαφνικά, πέθανε τα ξημερώματα.
- Εγώ φεύγω, μου είχε πει την παραμονή το βράδυ στο νοσοκομείο.


Κατεβήκαμε όλοι στον Πύργο, όπου και ο οικογενειακός μας τάφος. Προηγείτο το φέρετρο, και ακολουθούσαμε εμείς.

Μέχρις ότου έρθει η ώρα της κηδείας, άρχισα να τριγυρνώ στα πέριξ του νεκροταφείου. Στις άκρες των ελαιώνων, δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.
Έφθασα και σε αυτό. Δεν είχε απομείνει, φυσικά, τίποτα. Το πουλήσαμε στην Κατοχή και τώρα είχε καταντήσει ένας γύφτικος οικισμός, εντός σχεδίου πια. Μια μπουλντόζα άνοιγε έναν ακόμη δρόμο.
Προχώρησα προς το μέρος όπου βρισκόταν το πατρικό μου. Ήταν μεσημεράκι, και επικρατούσε μια περίεργη ερημιά, ίσως γιατί όλοι κοιμόντουσαν, ή απουσίαζαν. Βρήκα το παληό μου σπίτι αγνώριστο, με προσθήκες από τσιμεντόλιθους και αλουμινένιες πόρτες. Από τα δέντρα και τον κήπο δεν είχε μείνει ούτε δείγμα.


Ξαφνικά είδα τη μανταρινιά! Μέσα σε όλον αυτό το χαλασμό, είχε καταφέρει να επιβιώσει. Γέρικη, σχεδόν αιωνόβια, με καταφαγωμένον τον κορμό και τα κλαδιά της χωρίς φύλλα, διατηρούσε ακόμη αρκετούς καρπούς, κάτι πολύ μικρά μανταρίνια, ίδια με εκείνα που έκανε και τότε, όταν σκαρφάλωνα επάνω της την άνοιξη κι έκοβα τα φρούτα της.

Τα καλοκαίρια με τις ζέστες υπέφερε πολύ. Αγωνιζόμουν να την διατηρήσω στη ζωή: δεν είχαμε αρκετό νερό, αλλά όταν μπορούσα της κουβαλούσα έναν δύο τενεκέδες να ξεδιψάσει.
Πλησίασα με συγκίνηση, ένιωθα σχεδόν τύψεις για τα χρόνια της δίψας της. Πώς επέζησε, έτσι εγκαταλελειμμένη, τόσα καλοκαίρια; Είχα να την δω μισόν αιώνα ακριβώς και ουδέποτε την είχα θυμηθεί.
Έφαγα δυο τρία μανταρίνια, έβαλα μερικά στη τσέπη μου, την χάιδεψα και έφυγα. Έσπευσα στο νεκροταφείο, όπου ήδη χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα.
Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, παρατηρώντας το πρόσωπο της μητέρας μου, σκεφτόμουν όλα εκείνα τα παρελθόντα. Αφαιρέθηκα, κι ήταν η γυναίκα μου που με προέτρεψε:
- Πήγαινε να φιλήσεις πρώτος τη μητέρα σου.
Πλησίασα. Της άφησα το ματσάκι με τις κόκκινες ανεμώνες, της γλίστρησα στα χέρια τα τρία εισιτήρια του λεωφορείου και, χαϊδεύοντάς της το κρύο μάγουλο, της ψιθύρισα στο αυτί:- Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!.
.
Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος
Ο Οβολός
Από το "Ο Οβολός και άλλα διηγήματα", ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2004.

6 σχόλια:

antarths είπε...

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΑΚΡΥΣΑ....

Βυτιναιος είπε...

Στάθηκα πολύ τυχερός που αυτό το κείμενο κόσμησε τις φωτογραφίες μου. Αρχικά έψαχνα δημοτικό τραγούδι με ανεμώνες, αλλά δε βρήκα. Τελικά αυτό το κείμενο ταίριαξε τέλεια. Κι εμένα με συγκίνησε, μια και είναι αυτοβιογραφικό.
Ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας και οι περιγραφές της περιοχής είναι συγκινητικές και απολύτως ρεαλιστικές. Είναι ένα πραγματικά άξιο τέκνο της Ηλείας και θα υπάρξουν και άλλες αναφορές σε αυτόν και το έργο του.

p.lykogiannis είπε...

Ο άνθρωπος μπροστά στο μυστήριο του θανάτου συνήθως συλλογίζεται διάφορα και ιδίως όμορφες παρελθοντικές καταστάσεις και γεγονότα.Παρόλο που αυτό μπορεί να δημιουργήσει μελαγχολία, στην πραγματικότητα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης δημιουργεί εκείνες τις αντίρροπες ψυχικές δυνάμεις που μετατρέπουν τη θλίψη σε μια καινούργια προσπάθεια βιοπορίσμου. Όπως η γέρικη μισοξεραμένη μανταρινιά, που προσπάθει να διατηρηθεί στη ζωή και να αποφέρει καρπούς, παρά τις όποιες αντιξοότητες.Αναπόσπαστο μέρος της φύσης ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από το νόμο που λέει ότι μέσα από τον πρόσκαιρο θάνατο θα ξεπηδήσει πάλι η ζωή. Αυτήν τη μελέτη θανάτου καλλιέργησαν και εφαρμόζουν ακόμη μερικοί ιδίως μοναχοί, αλλά και λαϊκοί, οι οποίοι έχοντας συμφιλιωθεί με το γεγονός του ανθρώπινου θανάτου προσδοκούν την Ζωή, ζώντας το παρόν και κοιτώντας στο μέλλον.

Βυτιναιος είπε...

Αγαπητέ p.lykogiannis, ευχαριστώ πολύ για αυτό το σχόλιο. Ο,τιδήποτε άλλο προσθέσω, θα είναι περιττό.
Νομίζω ότι η επιλογή αυτού του κειμένου ήταν επιτυχής. Και για μένα είναι μεγάλη η ικανοποίηση, επειδή το χρησιμοποίησα σχεδόν τυχαία, την τελευταία στιγμή. Χαίρομαι που ο τόπος μας έχει γεννήσει έναν τόσο σημαντικό λογοτέχνη, όπως ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος.

ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...

Αυτό το "μάνα η μανταρινιά μας ζει" μου έβγαλε λυγμό....
Να είσαι καλά

Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές

Βυτιναιος είπε...

Σε έναν τόπο που αλλάζει με καταιγιστικούς ρυθμούς και πολλές φορές, τολμώ να πω, προς το χειρότερο, όπως η Ηλεία, πολλά είναι αυτά που "ζουν", δηλαδή χαροπαλεύουν, και μας φέρνουν λυγμούς. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια.
Θερμούς ασπασμούς.