Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Η ΒΥΤΙΝΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΟΥ ΧΡΟΝΩΝ


Άποψη της Βυτίνας
.
Λένε πως η μόνη πατρίδα είναι η παιδική ηλικία. Αν είναι έτσι, τότε τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων στη Βυτίνα είναι η δική μου πατρίδα.
.

"Σήμερον εμού, αύριον ετέρου και ουδέποτε τινός"...
.

Και η Αθήνα; Ασφαλώς και δεν αποκηρύσσω τη γενέτειρά μου. Είμαι Αθηναίος, επειδή γεννήθηκα στην Αθήνα, από γονείς γεννημένους στην Αθήνα και με παππούδες που ήρθαν ή βρέθηκαν σε αυτήν σε παιδική ή νεανική ηλικία και έφτιαξαν εδώ τη ζωή τους. Λέω «βρέθηκαν», γιατί όταν καταφεύγεις εδώ πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, δεν είναι κατόπιν επιλογής, αλλά αποτέλεσμα βίας.
.

Ο Πίσω Μαχαλάς
.
Ω
στόσο τα καλοκαίρια είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τα παιδικά μας χρόνια. Ίσως επειδή περικλείουν την έννοια της ελευθερίας. Ίσως επειδή το καλοκαίρι είναι η χρονική στιγμή που απομακρυνόμαστε για πρώτη φορά από τους γονείς και ορίζουμε τον εαυτό μας μόνοι. Ίσως επειδή αυτά που ανακαλύπτουμε μέσα από το παιχνίδι και την παρέα των διακοπών να καθορίζουν τη ζωή μας περισσότερο από τις γνώσεις του σχολείου. Ίσως για άλλο λόγο, ποιος ξέρει…
.

Παράθυρο κατωγιού
.
Ασφαλώς και δεν αποκηρύσσω ούτε τα καλοκαίρια στα Βυτιναίικα. Ωστόσο η Βυτίνα προηγήθηκε, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ενώ στο χωριό πρωτοκατέβηκα σε κάπως μεγαλύτερη ηλικία. Είναι και το τοπίο που μετράει. Το βουνό μου πάει περισσότερο από τον κάμπο. Το χωριό το σώζει η θάλασσα, αλλιώς δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον.
.

Ο δρόμος προς τον Άγιο Πέτρο και το χιονοδρομικό
.
Η
Βυτίνα ήταν η πρώτη επαφή μου, ως «Αθηναίου», με την έννοια του χωριού. Και τότε ήταν πραγματικό χωριό: με τα μουλάρια και τα γιδοπρόβατά του, με τους σωρούς τα ξύλα για το χειμώνα στις άκρες των δρόμων, με το περιβόλι του παππού, που το πότιζε με μεγάλη οικονομία, με εκείνο το απαίσιο γιδίσιο γάλα, που το «μοίραινα» για καμμιά ώρα, πριν κλείσω τη μύτη και το καταπιώ μονομιάς, για να απαλλαγώ από τη γκρίνια της μάνας και της γιαγιάς μου.
.

Τα Λακκώματα: κάποτε εδώ υπήρχαν πεζούλες και καλλιεργούνταν φακές
.
Ε
ίχε κι άλλα ωραία πράγματα: εκδρομές στο Κάτω Χωριό, στο Ζαρζί και στο Παραδείσι, βόλτες με το αυτοκίνητο στο Μαίναλο, στο Λιμποβίσι και στην Κερνίτσα, γιούλμπασι στην Κοκκινόβρυση και στους Αγίους Θεοδώρους.
.

Η είσοδος της Παναγίας του Πίσω Μαχαλά
.
Μ
α πρώτα απ’ όλα ήταν το παιχνίδι στο Ντρούλα, ατέλειωτο παιχνίδι μέχρις εξαντλήσεως. Το μεσημέρι φαγητό στις δώδεκα και το βράδυ στις οκτώ, και μετά βόλτα στη Δενδροστοιχία, όπου ανεβοκατέβαινε όλο το χωριό. Ακόμα έχω το φακό που είχα πάρει από τον Τριαντάφυλλο για να φωτίζω στους σκοτεινούς δρόμους.
.

Το παράθυρο της κόγχης των Αγίων Αποστόλων στο Κάτω χωριό
.
Κ
ι όταν έφθανε η γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, τα πανηγύρια στα γύρω χωριά, ο εκκλησιασμός (ήταν η μόνη ημέρα που φορούσαμε τα καλά μας και όχι τα πρόχειρα του παιχνιδιού) και οι επισκέψεις στις εορτάζουσες Μαρίες. Οι δίπλες της κυρα-Μαρίας του Πανταζόπουλου, που σαν κι εκείνες δεν έχω ξαναφάει ποτέ.
.

Το Παντζοπουλαίικο ανακαινισμένο και με νέους ιδιοκτήτες
.
Η
γιαγιά μου δεν έφτιαχνε δίπλες επειδή δεν ήταν καλή μαγείρισσα. Βιολογικά δεν ήταν γιαγιά μου, μια και η πραγματική μου γιαγιά είχε πεθάνει και ο παππούς είχε ξαναπαντρευτεί πολλά χρόνια πριν γεννηθώ. Αυτό ωστόσο δεν με έκανε να την αγαπήσω λιγότερο και να αρνηθώ το προνόμιο να έχω δύο παππούδες και τρεις γιαγιάδες! Παρά τη μέτρια μαγειρική της ικανότητα και τη σμυρναίικη κουζίνα του σπιτιού μου, θυμάμαι με νοσταλγία ορισμένα από τα φαγητά της, απλά φαγητά, αλλά νοστιμότατα μέσα στην απλότητά τους.
.

Οι απεριποίητες κληματαριές έπνιξαν τη σκάλα
.
Κ
υρίως όμως θυμάμαι τις ιστορίες της από τα παλιά και την αγνή πίστη της. Όταν μιλούσε για τα Τουρκομνήματα, για τον Παππουλάκο και για τον Κολοκοτρώνη, αλλά και για τον πρώτο γάμο της στην Αμερική, με εκείνη τη μεγαλοπρεπή απλότητα που είχαν οι γέροι μέχρι πριν μερικά χρόνια, με καθήλωνε. Γιατί ήταν απλή και ειλικρινής και οι ιστορίες της ήταν βιώματα και όχι μεταφορά εμπειριών άλλων.
.
Η Άσπρη Πλάκα για τους γεωλόγους είναι ένα "κάτοπτρο ρήγματος", αλλά για τους Βυτιναίους ο βράχος όπου οι φυματικοί και οι περιηγητές χάραζαν το όνομά τους, αναζητώντας την αθανασία
.
Έχω μείνει ώρες αμέτρητες με τους παππούδες, ακούγοντας από τα χείλη τους ιστορίες των χωριών και των προγόνων. Ανθρώπων δηλαδή που αυτοί γνώρισαν, ενώ τώρα υπάρχουν ως ανάμνηση που διαρκώς ξεθωριάζει.
.
Από αυτό το σπίτι έφυγε η προγιαγιά και οι αδερφές της για τα Βυτιναίικα
.
Ό
ταν σου δείχνει ο παππούς το σπίτι της μάνας του, που έφυγε για να παντρευτεί στα Βυτιναίικα, όταν σου δείχνει η γιαγιά τα χωράφια και το αλώνι του πατέρα της, από όπου καρτερούσαν «το ένα σπυρί σταριού να δώσει άλλο ένα», όταν ακούς ιστορίες για τον Άγιο Τρύφωνα σαν να ήταν ένας γείτονας, τότε όλα αυτά μπλέκονται με το σήμερα και γίνονται λίπασμα για να ανθίσει το αύριο.
.
Μετά τον ηρωικό θάνατο της Ελένης Λιαροπούλου και του πεθερού της Πέτρου Λιαρόπουλου, ο προπροπάππους Ανδρίκος ξαναπαντρεύτηκε τη Βασιλική Πανοπούλου από την Αλωνίσταινα. Ο γιος τους Πέτρος ήταν ο παππούς του παππού μου, που πήρε το ίδιο όνομα
.
Τελικά ίσως αυτό να ήταν τούτος ο τόπος για μένα: το μέρος όπου πρόγονοι, ιστορία, παράδοση και φύση βγήκαν στην επιφάνεια και μπόλιασαν το τρυφερό βλαστάρι που ήμουν τότε.
.
Οι πελεκάνοι τ' Αγιο-Τρυφώνου πρέπει να είχαν κέφια εκείνη τη μέρα
.
Χωρίς υπερβολή, σχεδόν όλα όσα χαρακτηρίζουν την ύπαρξή μου, με εξαίρεση τις μνήμες της Μικρασίας που μου μετέδωσαν οι άλλοι παππούδες και όσα έμαθα στο επόμενο μεγάλο σχολείο, την πόλη των σπουδών μου στο εξωτερικό, έχουν τις ρίζες τους σε εκείνο το χωριό, στο οροπέδιο κάτω από τη σπηλιά όπου η Ρέα γέννησε το Δία.
.
Τα πρίνα τσ' Αγια-Κατερίνης, απαραίτητη στάση για ξεκούραση πριν τον απότομο ανήφορο του Βαθυρέμματος
.
Τι ήταν αυτό που μου έφερε στη μνήμη εκείνα τα καλοκαίρια σήμερα που έχει τόσο κρύο; Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από τα πιο ωραία Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων, στη χιονισμένη Βυτίνα. Κι αυτές τις μέρες μαθαίνω ότι έχει χιονίσει πάλι. Πώς να κρύψω ότι ζηλεύω;
.
Το καμπαναριό του Αγίου
.
Τότε που το χωριό αποκλειόταν όταν χιόνιζε και δεν κατακλυζόταν από τις ορδές των τζιπ, ενώ η ατμόσφαιρα μοσχομύριζε ξύλο και όχι καυσαέριο από τα καλοριφέρ.
.
1874
.
Ε
κείνη τη Βυτίνα θυμάμαι κι εκείνην έχω στην καρδιά μου. Δε μπορώ να αρνηθώ την πρόοδο και την τουριστική ανάπτυξη, αλλά η ραγδαία αραχωβοποίηση των τελευταίων ετών, η ανοικοδόμηση, η κακοποίηση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας, η δήθεν εξέλιξη, με πληγώνει.
.
Το Πηγάδι με το Αθάνατο Νερό
.
Α
λήθεια, όλοι αυτοί οι τζιπάτοι που κάνουν τόσα χιλιόμετρα απλώς και μόνο για να αράξουν στις ταβέρνες και τις καφετέριες, τι καταλαβαίνουν; Τι παίρνουν μαζί τους πίσω, πέρα από «παραδοσιακά προϊόντα και ενθύμια»;
.
Ο Θρόνος που πολλοί βασιλείς θα ζήλευαν
.
Δ
ικό τους πρόβλημα. Ας μείνουν αυτοί στην πλατεία και στις ταβέρνες και ας μου αφήσουν εμένα την Πατερίτσα, το Κάτω Χωριό και το ποτάμι με τα γεφύρια του, να τα χαίρομαι με την ησυχία μου. Για να ζήσει ο καθένας τη δική του ευτυχία όπως την αντιλαμβάνεται.
.
Θρόνος Πέτρου. 7ος 1969
.
Ο
καθένας μας τελικά έχει σε αυτό τον κόσμο το βασίλειο που του αντιστοιχεί. Άλλοι είναι μεγιστάνες και διάσημοι, πλούσιοι και ισχυροί. Ο παππούς μου είχε εκεί πάνω το βασίλειό του, στις πλαγιές με τα έλατα και τα πουρνάρια. Είχε και θρόνο, ένα πέτρινο θρόνο στο σημείο που το Βαθύρεμμα συναντούσε το δρόμο που σήμερα βγάζει στο χιονοδρομικό. Ο παππούς δεν υπάρχει, ο θρόνος όμως υπάρχει. Και θα υπάρχει όσο υπάρχει η μνήμη του, αυτή που ο ίδιος καλλιέργησε και μετέδοσε σε εκείνους τους υπέροχους πρωινούς περιπάτους αξημέρωτα, στα βράχια και τις ράχες των προγόνων της παλιάς πατρίδας.
.

1 σχόλιο:

Kostas είπε...

Πολύ ωραίο άρθρο και ωραίες φώτο.
Μήπως θα μπορούσες να με βοηθήσεις να εντοπίσω γεωγραφικά τη σπηλιά της Ρέας?