Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

ΜΙΑ ΚΟΡΗ Τ' ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ


Νεαρή Ελληνίδα. 1829. Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη

Μια κόρη τ’ αποφάσισε να πάει με τους κλέφτες,
βάνει φωτιά στον αργαλειό.
Βάνει φωτιά στον αργαλειό, στο φιλντισένιο χτένι,
και τ’ άρματά της φόρεσε.
Και τ’ άρματά της φόρεσε και πάει με τους κλέφτες,
δώδεκα χρόνους έκανε.
Δώδεκα χρόνους έκανε στους κλέφτες καπετάνιος,
κανείς δεν την εγνώρισε.
Κανείς δεν την εγνώρισε πως ήταν κορασίδα,
και μια Λαμπρή, μια Κυριακή.
Και μια Λαμπρή, μια Κυριακή, μια ‘πίσημην ημέρα,
βγήκαν οι κλέφτες στο χορό.
Βγήκαν οι κλέφτες στο χορό, να ρίξουν το λιθάρι,
το ρίχνουν τα κλεφτόπουλα.
Το ρίχνουν τα κλεφτόπουλα, το πάν’ σαράντα αχνάρια,
το ρίχνει και η κορασιά.
Το ρίχνει και η κορασιά, το πάει σαράντα πέντε,
κι από το σείσμα το πολύ.
Κι από το σείσμα το πολύ κι από το λύγισμά της,
εκόπη τ’ αργυρό κουμπί.
Εκόπη τ’ αργυρό κουμπί και ‘φάνη, κάτι εφάνη,
κι άλλοι το λένε μάλαμα.
Κι άλλοι το λένε μάλαμα κι άλλοι το λένε ασήμι,
‘κείνο δεν είναι μάλαμα.
‘Κείνο δεν είναι μάλαμα, ‘κείνο δεν είναι ασήμι,
μόν’ είν’ της κόρης το βυζί.


Αναρρωτιέμαι τι έκανε περισσότερη εντύπωση στο στιχουργό αυτού του αρκαδικού τραγουδιού της τάβλας: η επί δώδεκα χρόνια γυναίκα καπετάνιος που ξεπερνάει τα παληκάρια στο λιθάρι, ή η θέα του στήθους της, που είναι ανώτερο από ασήμι κι από μάλαμα; Επίσης αναρρωτιέμαι τι ακολούθησε μετά τα αποκαλυπτήρια, ανάμεσα στην αμήχανη αντρειωμένη κορασίδα και τους εμβρόντητους μουστακαλήδες κλέφτες. Τα πιο ωραία δε μας τα ξεδιαλύνει η λαϊκή μας Μούσα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: