Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


.
Ο μοναχός Γερόντιος, κατά κόσμον Γεώργιος Μούτσος, γεννήθηκε το 1908 στον Πύργο από πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας του είχε δύο φούρνους μέσα στην πόλη του Πύργου. Από μικρός είχε μεγάλη κλίση προς τον μοναχισμό και ήδη στα 1931 κατάφερε και έφθασε στον πολυπόθητό του Άθωνα. Ως Πελλοποννήσιος πήγε στην Μονή Γρηγορίου (τότε ακόμη υπήρχε ένα είδος τοπικισμού σε πολλές Μονές του Αγίου Όρους). Εκάρη μοναχός από τον Καθηγούμενο Αρχιμανδρίτη Αθανάσιο, άνθρωπο μεγάλης αρετής και φήμης αγίου. Πολλά διδάχτηκε από τον Γέροντά του και ο Θεός τον αξίωσε πολλών πνευματικών εμπειριών, τόσο πού, όπως μαρτυρεί ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης ο οποίος έζησε μαζί του για ένα χρόνο στο μετόχι Μονοξυλίτη, τον βοήθησε να γράψει το περίφημο βιβλίο του «Μεταξύ ουρανού και γης», εξηγώντας του τις ανώτερες πνευματικές καταστάσεις.
Δυστυχώς το 1939 κόλλησε την δύσκολη ασθένεια της εποχής φυματίωση. Νοσηλεύθηκε σε σανατόριο της Αθήνας και το 1941, όταν πια οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Ελλάδα, επέστρεψε στη Μονή του διανύοντας τη μεγάλη απόσταση Αθήνα - Ουρανούπολη σχεδόν με τα πόδια. Στη Μονή του όμως συνάντησε σκληρότητα και καχυποψία, φόβο για πιθανή διάδοση της ασθένειάς του και στους άλλους στη Μονή, παρόλο πού είχε θεραπευθεί. Έφθασαν στο σημείο να τον χτυπήσουν και να τον διώξουν από το Μοναστήρι με το ζόρι, εκδίδοντας ένα χαρτί πού πιστοποιούσε ότι ὁ μοναχός Γέροντος «έπασχε τας φρένας».
Αυτό το εκμεταλλεύθηκε σε όλη του τη ζωή ο μακάριος και προσποιούνταν τον «σαλό». Γύρισε όλον τον Άθωνα, κελλιά, σκῆτες κλπ. Πάντοτε διάλεγε κελλιά με εκκλησία του Αγίου Νικολάου, πού ήταν ὁ προστάτης του ήδη από το μοναστήρι του, μια και η Μονή Γρηγορίου τιμάται στη μνήμη του. Πέρασε και από την έρημο του Αγίου Βασιλείου, τη Σκήτη Κουτλουμουσίου, και κατέληξε στο Ιβηρίτικο Κελλί του Αγίου Νικολάου στις Καρυές.
.

Μονή Οσίου Γρηγορίου Άθωνος. Λεπτομέρεια ξυλογραφίας
.
Ζούσε πολύ απλά, μέσα στη φύση και στα πλάσματα του Θεού, έχοντας κάνει το σπίτι του καταφύγιο ταλαιπωρημένων ζώων. Κοιμόταν στην ίδια κουβέρτα με πλήθος γατάκια και δύο τρεις σκύλους, αχώριστους συντρόφους του. Προτίμησε τη συναναστροφή με τα ζώα παρά με τούς ανθρώπους. Κάποτε πού έκανε μετάνοιες μπροστά στην εικόνα της Παναγίας στο ναό του κελλιού του, βγήκε μια οχιά από το τσουβάλι που είχε στρώσει στο πάτωμα και τον τσίμπησε στο χέρι. «Την σκότωσα με το χέρι μου την καημένη και περίμενα να με πονέσει για να το κόψω να τρέξει αίμα, αλλά δεν με πόνεσε και το άφησα!» Μαγείρευε κάθε δυο τρεις μέρες για τα ζωάκια του και έτρωγε και ὁ ίδιος μαζί τους, «για να μην έχω λογισμό, τραβάω το από πάνω πού τρώνε τα γατάκια και τρώω το από κάτω», έλεγε. Ζύμωνε και ψωμί με κάτι μπαγιάτικα και σκουληκιασμένα αλεύρια χρόνων πολλών πού είχε και κάπως ικανοποιούσε και τη δική του πείνα, αλλά συνήθως περνούσε μόνον με την καθημερινή θεία μετάληψη και το αντίδωρο πού έπαιρνε ερχόμενος στις λειτουργίες, καμμιά φορά και κανένα γάλα πού μπορεί να έπινε.
Παρ’ όλο που ποτέ δεν πλενόταν, το σώμα του δεν μύριζε και τη στιγμή της θείας μεταλήψεως οι ιερείς που τον μετελάμβαναν διηγούνται για μια ευωδία που έβγαινε από το στόμα του, ενώ ένα δάκρυ πάντα κυλούσε από τα μάτια του.
Εκείνο πού τον έκανε να ξεχωρίζει ήταν η εμμονή του στο να πείσει όλους τους ανθρώπους ότι ήταν τρελλός! Εδιηγείτο λοιπόν για το λευκό γάμο του με την Πριγκίπισσα Αλίκη, για τη διαμάχη του με το Βασιλιά, όταν τον απείλησε με όπλο ότι θα τον σκοτώσει. Και γινόταν πιστευτός τόσο πού, κατά τις εορτές της Χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους τό 1963, η Αστυνομία τον έκλεισε στη φυλακή για αποφυγή τυχόν επεισοδίων με τον Βασιλιά για τα μάτια της... Πριγκίπισσας!
.

.
Πάντοτε χαμογελαστός, με την αχώριστη παρέα του, τα ζώα, έζησε σαν πετεινό του ουρανού, χωρίς να στενοχωρήσει κανέναν. Τα τέλη της ζωής του τα πέρασε στη μονή της μετανοίας του, τη Μονή Γρηγορίου, αφού ὁ Καθηγούμενος πατήρ Γεώργιος και οι εκλεκτοί πατέρες της αδελφότητος δέχθηκαν να τον γηροκομήσουν. Το παράδοξο είναι ότι αυτός διώχθηκε για να μην κολλήσει τούς υπολοίπους φυματίωση, και όταν επέστρεψε στη Μονή είχαν πεθάνει όλοι, πλην ενός, του μοναχού Ησυχίου, ὁ οποίος όμως τον είχε υποστηρίξει τότε.
Ποτέ δεν ζήτησε τίποτε από τον αδελφό που τον υπηρετούσε. Κάποτε ρωτήθηκε πώς δεν τρώει τις φακές, και πράγματι θαύμασε ο αδελφός γιατί σκέφθηκε πως πράγματι δεν έτρωγε όταν τού πήγαινε φακές, χωρίς όμως ποτέ να ζητήσει κάποιο άλλο φαγητό.
Έλεγε ότι στην περίοδο από της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο ως της Παναγίας στις 8 Σεπτεμβρίου δεχόταν αποκάλυψη για το αν θα ζήσει άλλον ένα χρόνο και κάθε χρόνο όταν τον ρωτούσαν: «εντάξει για φέτος!» έλεγε. Την τελευταία του χρονιά μόνο γέλασε και δεν είπε τίποτα. Όλοι κατάλαβαν ότι αυτή θα ήταν η τελευταία του χρονιά, όπως και έγινε. Προέβλεψε το τέλος του και τρεις ημέρες πριν, ειδοποίησε τον Ηγούμενο για την επικείμενη αναχώρησή του από τον κόσμο αυτό, ζήτησε συγγνώμη από όλους για τις... παλαβομάρες που έλεγε και πράγματι, στις 12 Νοεμβρίου 2001 αντάλλαξε την παρούσα ματαιότητα με τα ουράνια αγαθά.
Έλεγε πάντα χαμογελώντας: «όταν ήμουν μικρός, μου είπε ο πατέρας μου ότι θα με πάρει σε ένα ταξίδι του να δω την Αθήνα· είχα πολλή χαρά! Ίδια χαρά έχω και τώρα που θα πάω στην άλλη ζωή! Χιλιάδες άγγελοι, καημένε!»
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: