Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΠΕΡΙ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ


Ο Κολοκοτρώνης, όταν ήταν στη Ζάκυνθο, «...με πόνο βαθύ σήκωνε τα μάτια κατά τα βουνά του Μοριά και μουρμούριζε, αναστενάζοντας: "Αχ, δε θα ξανάρθει το σεφέρι; Δε θ' αντιλαλήσει πάλι στις ράχες σας το ντουφέκι το Κολοκοτρωναίικο;"»
Έπαιρνε, πολλές φορές, το στερνοπαίδι του, τον Κολίνο, από το χεράκι, κι ανέβαιναν από την Παναγιά του Πικρίδη το δρόμο του κάστρου. Τού 'δειχνε μακριά τα βουνά του Μοριά με τις σταχνογάλαζες κορφές στην ψιλή γάζα της πάχνης. «Εκεί έζησαν οι πρόγονοί μας», τού 'λεγε.
«Αυτός ο τόπος στενάζει τώρα κάτου από το ζυγό».
«Το λαϊκό τραγούδι έχει κάμει αθάνατες τούτες τις στιγμές...»
, γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του «Ο Γέρος του Μοριά» ο Σπύρος Μελάς

.

.
Πάνε εκατόν πενήντα χρόνια απάνω – κάτω, που ο Σουλτάνος έδωκε διαταγή, όπου περνάγανε οι κλέφτες και τους έδιναν ψωμί, άλλους να κρεμάνε, άλλους να φουρκίζουν, άλλους να φυλακίζουν και άλλα πολλά. Ετότες, ο Κολοκοτρώνης ήτανε πάνω στα ζουμιά του. Είπε στους συντρόφους του, ο τόπος δε μας χωράει πια, ελάτε να φύγουμε να πάμε στα Εφτάνησα.
.

Οι αροκάριες στο Κτήμα Μερκούρη, σύμφωνα με τη τοπική παράδοση, βρίσκονται στη θέση της πηγής όπου ο Γέρος του Μωριά και οι σύντροφοί του έφαγαν το τελευταίο γεύμα πριν περάσουν στη Ζάκυνθο. Εκεί διάβασαν το μέλλον στις σπάλες του αρνιού, που ήταν ευοίωνο
.
Όπου πήγανε στο Κατάκολο του Πύργου. Εκεί κοντά είναι ένα λιμανάκι, το λένε Κορακοχώρι, και εκεί είχε πει και ήρθε καΐκι να τους πάρει, κι εμπήκανε στο πλοίο.
.

Ο όρμος Χόρταις του Κορακοχωριού το 1930. Με εξαίρεση το Μερκουραίικο σπίτι, αυτή θα πρέπει να ήταν η τελευταία θέα της Πελοποννήσου που αντίκρυσαν ο Κολοκοτρώνης και οι συνοδοί του κατά την αναχώρησή τους για τη Ζάκυνθο το Μάιο του 1806
.
Ο Γιάννης, ο αδερφός του Κολοκοτρώνη, και ο Γιώργος από τον Αϊτόν λένε του πλοιάρχου:
- Αν γυρίσει το πλοίο, πνιγόμαστε;
- «Δεν είναι δυνατό να γυρίσει», τους είπε.
- «Όχι δε γυρίζει, όχι γυρίζει», τσακωθήκανε.
- «Εμείς θα πάμε να μας φάνε τα πουλιά που μας γνωρίζουν» λένε, κι ήρθανε στο Μοναστήρι στους Αιμιαλούς κοντά στη Δημητσάνα. Εκάμανε λημέρι στο ληνό, μα τους επρόδωσε ο Καλόγερος και τους έκαψαν οι Δημητσανίτες με μπαρούτι και με θειάφι.
.
«Η πόρτα του Κολοκοτρώνη, Ζάκυνθος». Δημήτριος Πελεκάσης, λάδι σε hardboard 36x32 εκ.
.
Ο Κολοκοτρώνης με τους άλλους επέρασαν στη Ζάκυνθο. Επήγε σ’ ένα μπακάλη ν’ αγοράσει αυγά να φάνε. Τ’ αυγά εκάνανε μια δραχμή. Το ‘δωσε μια σφάντζικα, του λέει ο μπακάλης:
- Λείπει μια πεντάρα.
- «Δεν έχω άλλα», του λέει.
- «Ετόσο κάνουνε. Έχω αμαρτίες Κολοκοτρωνέικες», είπε ο μπακάλης.
Του παίρνει την σφάντζικα πίσω (ο Κολοκοτρώνης).
- Γιατί την παίρνεις πίσω;
- «Για τις αμαρτίες μου», του λέει.
Έτσι επροδόθηκε πως ήταν ο Κολοκοτρώνης. Του κάνανε υποδοχή. Τι έγινε κατόπι, λέει το παρακάτω τραγούδι.
.

Άποψη της Χώρας της Ζακύνθου από το φρούριο Ψωφίς. Στο βάθος τα βουνά της Πελοποννήσου
.
Κολοκοτρώνης κάθεται στη Ζάκυνθο το κάστρο.
Βάνει το τσάλι και κοιτά και το Μωριά αγναντεύει.
Βλέπει της Μάνης τα βουνά, βλέπει τα Πέντε Αλώνια*,
βλέπει την Αλωνίσταινα, βλέπει το Λιμποβίσι,
βλέπει και τ’ Αρκουδόρεμα, που ‘χαν το γύρισμά τους,
και του ‘ρθε σαν παράπονο και κάθεται και κλαίει.
Και του Γιαννάκη μίλησε και του Γιαννάκη λέει.
- Γιαννάκη, πού ΄ν΄τ΄ αδέρφια σου ο Γιάννης κι ο Κουντάνης,
κι ο Γιώργος από τον Αετό απ’ τη μεγάλη χώρα.
.

.
Άλλη παραλλαγή:
.
Ο Θοδωράκης κάθεται στη Ζάκυνθο στο κάστρο.
Βάνει το κυάλι και κοιτάει και το Μωριά αγναντεύει.
Βλέπει της Μάνης τα βουνά, βλέπει τα Πέντε Αλώνια,
και την Κλινίτσα τη μισή πολύ σκοτεινιασμένη
και του ‘ρθε σαν παράπονο και κάθεται και κλαίει.
Και του Γιωργούλη εμίλησε και του Γιωργούλη λέει.
- Γιωργούλη, πού είν΄τ΄ αδέρφια μας ο Γιάννης κι ο Κουντάνης;
Στο Ζυγοβίστι κείτουνται, κορμιά δίχως κεφάλια.
.
(*) Οι περιοχές αυτές μνημονεύονται ακόμη και σήμερα σαν προσφιλή λημέρια των κλεφτών και μάλιστα των Κολοκοτρωναίων. Νοτιοδυτικά του Αρτοζήνου και βόρεια του βουνού Στουρνάρι είναι η τοποθεσία «Πέντ' Αλώνια», όπου λημέριαζε ο γνωστός κλέφτης Δήμος, «βγαίνει στα Πέντ' Αλώνια και αγνάντιο στο χωριό», όπως λέει και το τραγούδι. (Γορτυνιακόν Ημερολόγιον 1948, Αράχοβα η Γορτυνιακή και το περί αυτής δημώδες άσμα του κλέφτου Δήμου. Τ. Γριτσοπούλου, σελ. 30-42).
.
(Από το βιβλίο «Λαογραφικές καταγραφές στο Βαλτεσινίκο Γορτυνίας» του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών)
.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Παρίσι 1830
.
Μια πιο «δική μας» εκδοχή:
.
Ο Θοδωράκης κάθεται στης Ζάκυθος το κάστρο
Βάνει το κυάλι και τηρά και το Μωριά αγναντεύει
Βλέπει της Κόρθος τα βουνά, καρσί με της Βυτίνας
Βλέπει και τ‘ Αρκουδόρεμμα, το δόλιο Λιμποβίσι
Βλέπει της Πιάνας τα βουνά, τα κλέφτικα λημέρια.
Τον πήρε το παράπονο και κάθεται και κλαίει.
Πού είναι οι κλέφτες του Μωριά οι Κολοκοτρωναίοι;
.

Κολοκοτρώνης έγχρωμη λιθογραφία Giovanni Boggi
.
«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».
.

Η κηδεία του Κολοκοτρώνη, Pierre Bonirote (Πιέρ Μπονιρότ), 1843
.
Ο Κολοκοτρώνης έχων αγαθήν καρδίαν, πατριωτισμόν μέγαν, φρόνησιν μεγάλην, και δεν ηθέλησε ποτέ να εμβάψη τας χείρας του εις ανθρώπινον αίμα, αν και το εξωτερικό του ήτον άγριον και ο χαρακτήρ του ορμητικός, και όστις τον έβλεπε, τον εξελάμβανεν ως άνθρωπον άγριον και αιμοβόρον, και εντεύθεν ηπατήθησαν πολλοί.
Ήτο μεν αγράμματος, αλλ’ ευφυής, και ως επί το πλείστον ωμίλει δια παροιμιών και μύθων καταλλήλως εφαρμοζομένων εις την προκειμένην ομιλίαν. Ήτο σύννους πάντοτε, και τα στρατιωτικά σχέδιά του συνετά, ώστε ουδέποτε απέτυχον. Εγνώριζε να προφυλάττη τους στρατούς του από τους κινδύνους.
.
Θεόδωρος Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, «Απομνημονεύματα από των αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881», Αθήνα, 1979
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: