Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

ΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΚΑΙ ΟΙ «ΛΥΚΟΙ» ΤΟΥ ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΜΩΡΙΑ



Καλύβι στη Λαύκα Κορινθίας. Μέσα σε τέτοια καλύβια έζησε ο πληθυσμός της υπαίθρου για πολλούς αιώνες
.
Ελάχιστα είναι τα κτήρια της Τουρκοκρατίας και των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων που έχουν επιζήσει ως τις μέρες μας στην Πελοπόννησο, με τα σημαντικότερα από αυτά να είναι εκκλησίες, μοναστήρια και αμυντικοί πύργοι ισχυρών οικογενειών. Οι κατοικίες των χωρικών ήταν απλοϊκές σε βαθμό που δυσκολευόμαστε να φανταστούμε, αγγίζοντας τα όρια της αθλιότητας.
.

Κόρινθος 1834
.
Από γκραβούρες περιηγητών συμπεραίνουμε ότι στις πόλεις υπήρχαν πέτρινα διώροφα κτήρια, ωστόσο οι κατοικίες των χωριών θα μπορούσαν μάλλον να χαρακτηριστούν ως καλύβες, με κυριότερα υλικά κατασκευής τη λάσπη, τα ξύλα και τα καλάμια. Από το περιηγητικό λεύκωμα του Ρώσου Ορλώφ – Νταβίντωφ του 1839 σώζεται απεικόνιση ξύλινων οικιών στα Κατάκολο και καλαμένιας οικίας, επιχρισμένης με λάσπη, στη Μιράκα.
.


Ακτή του Κατακόλου, 1839
.

Πρωινό ελληνικής οικογένειας στη Μιράκα, 1839
.
Στα ορεινά, όπου η πέτρα ήταν κυρίαρχη ως υλικό, τα καλύβια ήταν πέτρινα, ωστόσο και πάλι το μέγεθός τους ήταν μικρό και οι συνθήκες διαβίωσης που εξασφάλιζαν ήταν υποτυπώδεις. Συνήθως δεν είχαν εμβαδόν μεγαλύτερο από είκοσι – τριάντα τετραγωνικά μέτρα, με μακρόστενη κάτοψη κάθετη στην ισοϋψή γραμμή και ήταν γνωστά ως «μακρυνάρια». Ο μισός χώρος καταλαμβανόταν από την οικογένεια και ο άλλος μισός από τα υποζύγια, συνήθως χωρίς κανένα διαχωριστικό μεταξύ των δύο χώρων. Το μοναδικό άνοιγμα ήταν η πόρτα, στη μακρυά πλευρά που έβλεπε προς την ανατολή. Σπανιότατα υπήρχε ένα μικρό παράθυρο στο νότιο τοίχο. Η εστία ήταν στο δάπεδο και ο καπνός διαχεόταν από τη στέγη χωρίς καμινάδα. Η λιθοδομή, από αργούς λίθους ελάχιστα κατεργασμένους, συγκρατιόταν από ξυλοδεσιές κατά μήκος του τοίχου, που ενίσχυαν κάθετα ξύλα. Χαρακτηριστικό στοιχείο εκείνης της εποχής ήταν οι «λύκοι».
.

Λύκοι συγκρατούν τη ξυλοδεσιά στο καλύβι της Λαύκας
.
Ο λύκος ήταν η μασχάλη του ξύλου που έμπαινε κάθετα στον τοίχο. Εμφανιζόταν πάντα από την εξωτερική πλευρά, προεξείχε της τοιχοποιίας και σταθεροποιούσε την ξυλοδεσιά. Η χρησιμότητά του ήταν αντιστρόφως ανάλογη της αισθητικής του, ωστόσο σε εκείνα τα κτίσματα με το φτωχό κονίαμα, το τελευταίο πράγμα που απασχολούσε τους ενοίκους τους ήταν η αισθητική. Το εικονιζόμενο καλύβι βρίσκεται στη Λαύκα του Δήμου Στυμφαλίας Κορινθίας. Διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση και σήμερα χρησιμοποιείται ως αποθήκη.
.

Η χρονολογία ανεγέρσεως της αρχοντικής οικίας Ποταγού στη Βυτίνα, 1825, λαξεμένη σε πέτρα του τοίχου και περιστοιχισμένη από το σταυρό και το ΙΣ Χ ΝΚ αριστερά, από δυσανάγνωστη επιγραφή υπεράνω και από ομοίωμα κυπαρισσιού δεξιά. Είναι πολύ συνηθισμένη η λάξευση από τους πελεκάνους (λιθοξόους) συμβόλων αναγνωριστικών, φυλακτικών, αποτρεπτικών ή απλώς διακοσμητικών
.
Αν και αυτός ήταν ο κοινός τύπος οικίας, δεν έλειπαν και πολυτελείς, διώροφες οικίες τετράγωνης κάτοψης και μεγάλου εμβαδού, τα «ντιβίτικα». Σημαντική οικία αυτού του τύπου είναι η οικία Ποταγού στη Βυτίνα, με χρονολογία οικοδόμησης το 1825, μεσούσης της Επαναστάσεως και παραμονές της επιδρομής του Ιμπραήμ. Είναι ανωγοκάτωγη οικία από μπινά (πέτρινο τοίχο) ενισχυμένο με ξυλοδεσιές, με παράθυρα και καμινάδες τζακιών, αλλά χωρίς μπαλκόνια.
.

Διώροφη οικία των μετεπαναστατικών χρόνων στη Βυτίνα, με μακρύ ξύλινο εξώστη και εξαιρετική λιθοδομή. Δίπλα της, στο βάθος, διακρίνεται ο τοίχος της οικίας Ποταγού
.
Μετά την Απελευθέρωση αρχίζουν να χτίζονται στα ορεινά χωριά δίπατα σπίτια, πάλι στον τύπο του μακρυναριού, αλλά αισθητά ευρύτερα και ψηλότερα και με απομόνωση στο κατώι των ζώων. Η επίδραση του νεοκλασικισμού αλλάζει ακόμη περισσότερο την τυπολογία της χωρικής οικίας, οπότε εμφανίζεται, από τα μέσα περίπου του δεκάτου ενάτου αιώνα, το μπαλκόνι, συνήθως ξύλινο ή στις πολυτελέστερες οικοδομές πέτρινο ή μαρμάρινο, καθώς και τα επιμελημένα αγκωνάρια (ακρογωνιαίοι λίθοι) και πλαίσια των κουφωμάτων ή άλλα πέτρινα διακοσμητικά στοιχεία.
.

Μαρμάρινη ζωόμορφη κεφαλή σε τοίχο οικίας στη Βυτίνα. Πιθανώς είναι σε δεύτερη χρήση και προέρχεται από κτίσμα, η επιμελημένη κατασκευή του οποίου δικαιολογεί τη χρήση λευκού μαρμάρου. Ανάλογα διακοσμητικά στοιχεία αντικατέστησαν στο πέρασμα του 19ου αιώνα τους χονδροκομμένους λύκους
.
Η αισθητική βελτίωση των κατοικιών έριξε σε αχρηστία τους λύκους, πολλοί από τους οποίους εκείνη την εποχή αποκόπηκαν, εις βάρος της στατικής επάρκειας των κτηρίων, με αποτέλεσμα ελάχιστοι να έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας, στο περιθώριο του σύγχρονου οικοδομικού οργασμού. Μέχρι τη δεκαετία του 1990 σωζόταν ένα καλύβι με λύκους στο Σκουροχώρι, χωριό που υπήρχε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Στα Βυτιναίικα αντιθέτως, που άρχισαν να αναπτύσσονται κατά το τελευταίο τέταρτο του δεκάτου ενάτου αιώνα, το αρχιτεκτονικό αυτό στοιχείο δεν υπήρξε ποτέ. Διάσπαρτα μπορεί να δει κανείς αυτά τα απομεινάρια περασμένων εποχών σε ορεινούς κυρίως οικισμούς, που δεν έχουν αλλοιωθεί από την τουριστική ανάπτυξη.
.

2 σχόλια:

Δημοτικό Σχολείο Αγνάντων είπε...

Πολύ ενδιαφέρον το άρθρο. Έχετε κάποια πηγή για τα όσα γράφετε; Ενδιαφέρομαι να βρω στοιχεία για πετρινα κτίσματα στην ορεινή Ηλεία.

Βυτιναιος είπε...

Βασική πηγή, ευαγγέλιο θα έλεγα για τον ερευνητή, είναι η σειρά "Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική" των Εκδόσεων Μέλισσα. Ενώ υπάρχουν τόμοι σχετικοί με την Αρκαδία, την Αχαΐα και την Κορινθία, η Ηλεία απουσιάζει από αυτή την εξαιρετική έκδοση. Ωστόσο πάνω κάτω τα ίδια ισχύουν και για την Ηλεία. Και εδώ δραστηριοποιήθηκαν Λαγκαδινοί, ίσως και Βαρβαρίτες μαστόροι. Ωστόσο,τουλάχιστον στα πεδινά, πρέπει να υπήρξαν, εκτός των νεοκλασικών, και κάποιες επτανησιακές επιρροές.