Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ


.
Σήμερα ο Μίκης Θεοδωράκης γίνεται ογδόντα πέντε χρόνων. Από τη μακρά και πολυκύμαντη ζωή του, ένα χρόνο τον έχει περάσει στον Πύργο. Αν και δεν είναι Πύργιος στην καταγωγή, αυτή η σύντομη παραμονή του στην πρωτεύουσα της Ηλείας ήταν καθοριστική για την εξέλιξή του ως καλλιτέχνη και γέννησε ακατάλυτους δεσμούς μεταξύ του μεγάλου Έλληνα συνθέτη και του Πύργου, ώστε δικαίως η πόλη να τον θεωρεί κατά κάποιο τρόπο δικό της τέκνο.
.

.
Ο Μίκης γεννήθηκε στη Χίο το 1925. Ο πατέρας του Γιώργης, καταγόμενος από το Γαλατά Χανίων, είχε μετατεθεί ως υπάλληλος στη Μικρά Ασία κατά το διάστημα της ελληνικής κατοχής. Εκεί, λίγο πριν την Καταστροφή, γνώρισε τη μητέρα του Ασπασία Πουλάκη από τον Τσεσμέ. Αρραβωνιασμένοι ήδη, τον μαύρο Αύγουστο του 1922 πέρασαν στη Χίο, όπου παντρεύθηκαν και γεννήθηκε ο πρώτος από τους δύο γιους τους, ο Μιχάλης. Ο Γιώργης Θεοδωράκης δικηγόρος στο επάγγελμα, υπηρέτησε ως ανώτερο στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών σε πολλές Νομαρχίες της χώρας. Βενιζελικός στα φρονήματα, ανάλογα με το ποιος κυβερνούσε κάθε περίοδο μετετίθετο από τόπο σε τόπο, με αποτέλεσμα σε πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα ο Μίκης να περάσει από πολλές πόλεις της Ελλάδας.
Μετά από σύντομη παραμονή στη Χίο, η οικογένεια μετακινήθηκε για τέσσερα χρόνια στη Μυτιλήνη της Λέσβου. Στη συνέχεια βρέθηκαν για ένα χρόνο στην Ερμούπολη της Σύρου, στην Αθήνα για ένα χρόνο, στα Γιάννινα για δύο χρόνια, στην Κεφαλλονιά τέσσερα χρόνια και πάλι στα Γιάννινα για έξι μήνες. Η δικτατορία του Μεταξά τους έστειλε πάλι στην Κεφαλλονιά και το 1937 βρέθηκαν στην Πάτρα για δύο χρόνια, όπου ξεκίνησε το Γυμνάσιο και άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα μουσικής στο Ωδείο. Τον Ιούλιο του 1939 η οικογένεια μετακόμισε στον Πύργο, όπου συνέχισε τα μαθήματα στο Ωδείο. Το επόμενο καλοκαίρι πήραν το δρόμο για την Τρίπολη. Η παραμονή τους εκεί διήρκεσε μέχρι το 1943, χρονιά κατά την οποία πήγαν στην Αθήνα, την πόλη για την οποία ο ίδιος λέει «την αγάπησα σαν γυναίκα και δεν την αλλάζω με τίποτα».
.

.
Αυτές οι συνεχείς μετακινήσεις του πατέρα του είχαν ως αποτέλεσμα να ζήσει όλη την παιδική του ηλικία απομονωμένος, μια κι όπου πήγαινε δεν προλάβαινε να ριζώσει. Την απομόνωση όμως την εξέλαβε ως χαρά. Και πέρα από όλες τις άλλες αιτίες που μπορεί να τον έσπρωξαν προς τη μουσική, ήταν αυτή η απομόνωση που έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Κάθε φορά που πήγαινε σε μια άλλη πόλη και ήταν άγνωστος, δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει. Λέει ο ίδιος: «Πήγα στον Πύργο, φερ’ ειπείν, το ’39, έμεινα όλο το καλοκαίρι μέσα. Τι έκανα μέσα; Είχα το βιολί και σιγά σιγά άρχισα να γράφω μουσική. Μετά ένα χρόνο, το επόμενο καλοκαίρι, πάμε στην Τρίπολη. Βγήκα να κάνω βόλτα έξω · ήμουνα 1,95 ύψος· ο κόσμος μ’ έβλεπε, γελούσαν τα άλλα παιδιά… Έμεινα πάλι μέσα. Πάλι έγραφα μουσική. Ίσως το πολύ ύψος να έπαιζε ένα ρόλο στην αυτοαπομόνωση».
Στον Πύργο παρακολούθησε την Τρίτη Γυμνασίου. Συμμαθητής του ήταν ο Παύλος Σινόπουλος, μεγαλύτερος αδελφός του ποιητή Τάκη Σινόπουλου. Εκείνη τη χρονιά εκτός από τα μαθήματα στο Ωδείο, άρχισε να γράφει μουσική για βιολί και να συνθέτει μουσική σε ποιήματα που έβρισκε στη βιβλιοθήκη και στα σχολικά βιβλία. Ίδρυσε μια ορχήστρα με φυσαρμόνικες και ασχολήθηκε όλο και πιο εντατικά με τη μουσική. Μυήθηκε στη σύγχρονη ελληνική και παγκόσμια γραμματολογία και γνώρισε τους μεγάλους Έλληνες ποιητές, το Διονύσιο Σολωμό και τον Κωστή Παλαμά. Στον Πύργο συνέθεσε το πρώτο του ταγκό «Φύγε θλίψη, μη μου ματώνεις δόλια την καρδιά». Από τις ωραιότερες μελωδίες εκείνης της εποχής είναι το «Ρημαγμένο Παρεκκλήσι», σε ποίηση Γεωργίου Δροσίνη.
.

.
Τον Τάκη Σινόπουλο συνάντησε καλλιτεχνικά αργότερα, όταν εξόριστος στη Ζάτουνα Αρκαδίας κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας, μελοποίησε το ποίημά του «Ο Επιζών». Το ποίημα αυτό ανήκει σε μια νέα φόρμα που ονόμασε «Τραγούδι-Ποταμός» και που εγκαινίασε στις αρχές του 1968 στις Φυλακές Αβέρωφ με ένα ποίημα από τα «Επιφάνια». Ο ίδιος περιγράφει το έργο του Τάκη Σινόπουλου: «Μέσα στο ποίημα του Σινόπουλου υπάρχει μια ασθμαίνουσα κραυγή αγωνίας για τον άνθρωπο, που έτσι καθώς ήμουνα δεμένος με άγνωστο μέλλον, με άγγιξε τότε, ώστε να το μελοποιήσω. Φυσικά είναι από τα έργα τα παντελώς άγνωστα στον ελληνικό λαό. Όμως σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στη χώρα μας, όταν μετά το 1970 βρέθηκα ελεύθερος έξω, όπως ίσως γνωρίζετε, έδωσα πάνω από 1000 συναυλίες στην Ευρώπη, στο Ισραήλ, σε Αραβικές χώρες, στην Αυστραλία, στη Νότιο και Βόρειο Αμερική. Σ’ αυτές η μεγαλύτερή μας επιτυχία ήταν πάντοτε «Ο Επιζών», δηλαδή η ΑΡΚΑΔΙΑ VΙΙ, την οποία τραγουδούσε με συνταρακτικό τρόπο η Μαρία Φαραντούρη, ενώ η ορχήστρα μας τη συνόδευε με τρόπο τόσο συναρπαστικό, που στο τέλος το κοινό, όλων των Ηπείρων, μας χειροκροτούσε έξαλλο πραγματικά από συγκίνηση.»
.

.
Αν «Ο Επιζών» του Τάκη Σινόπουλου δεν έφθασε ως τα χείλη του απλού λαού, όπως ο συνθέτης θα ήθελε, ένα άλλο τραγούδι του, στενά συνδεδεμένο με τον Πύργο, τραγουδήθηκε αμέτρητες φορές από τα χείλη του κόσμου, αλλά και από πολλούς καλλιτέχνες. Πρόκειται για το τραγούδι «Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ». Σε συναυλία που είχε δώσει το 1983 στο στάδιο του Πύργου, ο Μίκης Θεοδωράκης είπε ότι το ρυθμό του τραγουδιού αυτού τον ενεπνεύσθη από τον ήχο της μηχανής του Κολοσούρτη, ο οποίος μαζί με τα ταξίδια του είναι βαθιά χαραγμένος στη μνήμη του.
.

.
«Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ». Τραγουδά ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, διευθύνει ο Μίκης Θεοδωράκης. Από την ταινία «Η Αθήνα τη νύχτα»

.
Μίκη Θεοδωράκη, απόψε μαζί με όλο τον ελληνικό λαό, ο Πύργος, ο δικός σου Πύργος, σου εύχεται να τα εκατοστήσεις!
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: