Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

«ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΛΙΜΝΕΣ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ»


Βιβαράδες της Λίμνας της Μουριάς με τις οικογένειές τους στην παραλία: αριστερά ο Γιάννης Τσαγγάρης από τον Αϊ Γιάννη, στο κέντρο ο Θανάσης Σπυρόπουλος από το ίδιο χωριό και δεξιά ο Γιώργος Αναστόπουλος από το Σκουροχώρι
.
«ΤΕΛΙΚΑ με θρέψανε τρία ποτάμια. Ο Ερύμανθος (Ντουάνα), ο Λάδωνας, ο Αλφειός. Κάπου κοντά στ’ Άσπρα Σπίτια και το Μπέλεσι* τα ποτάμια σμίγουν, γίνονται Αλφειός, που κυλάει έξω από τα Ολύμπια και παρακάτω χύνεται στη θάλασσα, κοντά στην Αγουλινίτσα - το χωριό που γεννήθηκα - … τα κουνούπια της Αγουλινίτσας - το κρασί και το λάδι της Αγουλινίτσας – τα ψάρια και τα χέλια από τη λίμνη της Αγουλινίτσας – τώρα την ξέραναν, πάει κι αυτή.»
ΑΥΤΑ (ανάμεσα σε άλλα πολλά) γράφει ο Τάκης Σινόπουλος στο Νυχτολόγιο. Ο Πύργος που θυμάμαι, σφηνωμένος μεταξύ των λιμνών Αγουλινίτσας και Μουργιάς: και στις δύο η προσπέλαση γινόταν με τον σιδηρόδρομο. Η γραμμή των ΣΠΑΠ προς Κυπαρισσία, και η γραμμή των ΣΠΚ (Πύργου – Κατακώλου), αντιστοίχως. Από τον πιο ψηλό γήλοφο της πόλης χαζεύαμε, επί ευδίας, τις ακύμαντες, αστραφτερές επιφάνειες. Μάτην προσπαθούσαμε να διακρίνουμε, πέρα από τον χαμηλό ορίζοντα της Αγουλινίτσας, πίσω από τα ιερά άλση με τις αρχαίες κουκουναριές, την τρίτη (και ωραιότερη), τη μαγική λίμνη του Καϊάφα.
Ρηχές λιμνοθάλασσες και οι τρεις (άρα τα ψάρια τους άφθονα και γευστικά) πλην (εννοείται) του Καϊάφα, όπου η μυρουδιά του κλούβιου υδρόθειου είχε κατακυριεύσει τον χώρο. Μέγα άλλοθι της τρίτης αυτής λιμνοθάλασσας –εκτός της απίστευτης ομορφιάς της- οι ιαματικές πηγές του σπηλαίου των Ανιγρίδων Νυμφών. Ο Στράβων δεν ώκνησε να εξάρει τις χάρες τους:
«αλφούς δε και λεύκας και λειχήνας ιάται το εντεύθεν λουτρόν…»

Ο ΠΥΡΓΟΣ βούλιαζε στην υγρασία, τα σμήνη των κουνουπιών καταντούσαν εφιάλτης το σούρουπο, η ελονοσία θέριζε μικρούς και μεγάλους, η υδροχλωρική κινίνη κυκλοφορούσε με τη σέσουλα, οι γιατροί συνιστούσαν απεγνωσμένα στους πάσχοντες αλλαγή κλίματος, διακοπές στα ορεινά μας θέρετρα.

ΑΠΟ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΑΓΟΥΛΙΝΙΤΣΑΣ δεν διατηρώ ιδιαίτερες αναμνήσεις. Ήταν σχεδόν απρόσιτη οδικώς, γνωρίζαμε απλώς ότι έβριθε από χέλια και λίγες νερόκοτες το χειμώνα. Κάθε καλοκαίρι ακούγαμε ότι δίπλα της, στον Αλφειό, χανόταν και κάποιο παιδί, από αυτά που κολυμπούσαν τα μεσημέρια εκεί, το ρουφούσε (έλεγαν) ο άμμος – και έτσι ο Αλφειός, στο σημείο εκείνο, ονομαζόταν από τους κατοίκους Ρουφιάς.
Μας έφερναν συχνά χέλια από αυτή τη λίμνη, αρκετά χοντρά σαν μεγάλα φίδια, τα έπαιρναν σε ένα μέρος του χτήματος με ψιλή άμμο, και με γυμνά πόδια τα πατούσαν επί πολλή ώρα, στριφογυρίζοντάς τα με μανία πάνω στο χώμα, ώστε να βγάλουν την πολύ παχειά τους πέτσα, για να γίνουν, εν συνεχεία, ψητά στα κάρβουνα. Βαρύ φαγητό, σίγουρα – αλλά η κνίσα που ανέδιναν, ήταν μεθυστική.
.

Το ψάρεμα του κέφαλου παραμονές του Σωτήρος στη Λίμνα: αριστερά όρθιος με την απόχη γεμάτη ψάρια ο Γιάννης Τσαγγάρης. Οι άλλοι δύο ψαράδες είναι από την Αγουλινίτσα
.
Η ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΜΟΥΡΓΙΑΣ υπήρξε, για χιλιάδες χρόνια, ένα απέραντο φυσικό εκτροφείο ψαριών. Γι’ αυτήν μιλούσαν στο σπίτι σχεδόν κάθε ημέρα. Τις παραμονές ειδικών εορτών, όταν την επομένη (σύμφωνα με τα ήθη του τόπου) έπρεπε όλοι να κάνουν σκορδαλιά (με πατάτα φυσικά), οι ενοικιαστές του εκτροφείου (το οποίον απεκαλείτο βιβάρι) μετακινούσαν καταλλήλως τις καλαμωτές, ήτοι τα ειδικά πλέγματα από καλάμι, τα οποία επέτρεπαν μεν την είσοδο των μικρών ψαριών από τη θάλασσα, απέκλειαν δε εντελώς την έξοδο των μεγαλυτέρων. Έτσι, σιγά-σιγά, συγκέντρωναν σε ένα σημείο τα μεγάλα ψάρια αγεληδόν (διηγούνται για απίστευτα άλματα που πραγματοποιούσαν, εν τη απογνώσει τους, μερικοί μεγάλοι κέφαλοι, καταφέρνοντας έτσι να σωθούν προσωρινά), ώστε την επομένη να πήζει ο Πύργος στο ψάρι.
Τη λίμνη της Μουργιάς επισκέφτηκα μόνον άπαξ, με έναν φίλο μου παθιασμένο κυνηγό. Ήταν χειμώνας, και η λίμνη μαύριζε από τα στίφη των αποδημητικών που διαχείμαζαν εκεί. Επρόκειτο για τις περίφημες φαλαρίδες, τις οποίες μνημονεύει ο Σολωμός στους Ελεύθερους Πολιορκημένους και τις οποίες στον Πύργο αποκαλούσαν μπάλιζες. Ήταν ένα είδος νερόκοτας, οι κυνηγοί την φόνευαν ανηλεώς, το κρέας της όμως μύριζε ψαρίλα, και πριν την μαγειρέψουν έσβηναν μέσα στην κοιλιά της αναμμένο κάρβουνο, ώστε να φύγει λίγο αυτή η βαρειά μυρουδιά.

.

Κυνήγι της μπάλιζας από μονόξυλο στη Λίμνα. Διακρίνεται το τσιλίκι, το ξύλο με το οποίο ωθούσαν τη βάρκα στα ρηχά νερά της Μουριάς
.
ΟΙ ΛΙΜΝΕΣ της Μουργιάς και της Αγουλινίτσας αποξηράνθηκαν, προκειμένου οι μεγάλες εκτάσεις τους να δοθούν (δήθεν!) στους αγρότες της περιοχής. Έγινε μεγάλο φαγοπότι – μέχρι και ειδικό χώμα κουβαλούσαν με φορτηγά από τη Θεσσαλονίκη, για να καλύψουν τα (ακατάλληλα προς καλλιέργειαν) αλίπεδα.
Τι μας περίσσεψε από το σκηνικό;
Ο Πύργος διατηρεί το υψηλότατο επίπεδο της υγρασίας του, διότι ναι μεν αποξηράνθηκαν οι λίμνες, πλην η περιοχή περιζώθηκε και κατακλύσθηκε από τα αρδευτικά κανάλια του Αλφειού.
Η λίμνη της Μουργιάς (την οποίαν ο μεν Παυσανίας αποκαλεί αέναον, ο δε Ληκ και οι λοιποί περιηγητές δεν παύουν να αποθαυμάζουν ως λιμνοθάλασσα), ουδέποτε καλλιεργήθηκε μετά την αποξήρανσή της! Η κοντόθωρη ηλιθιότητα των κρατούντων, σήμερα αποδεικνύεται ακόμη πιο εξοργιστική: η (τεχνητή) ιχθυοκαλλιέργεια αποφέρει τζίρο δεκάδων δισεκατομμυρίων ετησίως… Και η Μουργιά υπήρξε ο ιδεώδης φυσικός εκτροφεύς ψαριών.
Ανάλογη (μάλλον: πιο θλιβερή) ήταν και η τύχη της Αγουλινίτσας. Έγιναν, εκεί, λίγα θερμοκήπια, παρέμειναν μερικοί βοσκότοποι, χτίστηκε κει ένα εργοστάσιο που τον δεύτερο κιόλας χρόνο κατέστη προβληματικό και έκλεισε, αφού όμως πρόλαβε να ρυπάνει αγρίως τις εκβολές (το περίφημο Δέλτα) του Αλφειού.
Μία θνησιγενής αερολέσχη, αποκύημα τις οίδε ποίων υπερβασιών του Εγώ, λυμαίνεται ένα μέρος της κάποτε ιερής λίμνης, όπου κατασκευάστηκε και ένας θλιβερός αεροδιάδρομος χιλίων μέτρων…
Πού και πού, στο λιγοστό νεράκι που ευτυχώς λιμνάζει ακόμη, μερικά χέλια επιμένουν, αμήχανα και στωικά, να επαναλαμβάνουν (όπως επί χιλιάδες χρόνια), το αγωνιώδες και ταραγμένο ταξίδι της επιστροφής, των χιλιάδων μετά την ωοτοκία χιλιομέτρων.
Τα κουνούπια έχουν περιορισθεί. Η ελονοσία έχει από ετών εξαφανισθεί. Όχι, βέβαια, επειδή αποξηράνθηκαν οι λίμνες, αλλά διότι δεν υπάρχουν στον ελληνικό χώρο δεξαμενές πλασμωδίων (δηλαδή ελονοσούντες), χάρις σε ένα μεγαλειώδες και τω όντι εθνοσωτήριο επίτευγμα μιας δρακός υγειονομικών, τους οποίους (φυσικά) κανένα μεγαλόσχημο ίδρυμα δεν εσκέφθη ποτέ να μνημονεύσει…
Με μελαγχολεί η ιστορία των δύο αυτών λιμνών, της αενάου Μουργιάς και της Αγουλινίτσας. Θεωρώ όλη αυτή την περιπέτεια, με το τρομαχτικό κόστος, ως Μέγα Μνημείο της νεοελληνικής απρέπειας, ασέβειας, ασέλγειας, αγραμματοσύνης, ιδιοτέλειας και αβδηριτισμού.
1995

(Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου «ΤΟΠΟΙ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΣΥΝ ΤΡΕΙΣ»
Εκδόσεις Στιγμή. Αθήνα 2001)

*Μπέλεσι: η σημερινή Τριποταμιά του Δήμου Τροπαίων Αρκαδίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: