Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

«ΠΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΩ ΜΑΣΤΟΡΗΣ ΝΑ ΦΑΩ ΠΡΑΣΟΚΕΦΑΛΙ!»


Τα Λαγκάδια σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ού αιώνα

Αν η Βυτίνα είναι η μάνα των Βυτιναιίκων, τότε τα Λαγκάδια είναι ο πατέρας τους. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους: τόσο η νομιμοποίηση τους ως οικισμού στο χώρο όπου βρίσκονται, όσο και η μονιμοποίησή τους με την ανοικοδόμηση πέτρινων οικιών, οφείλονται σε Λαγκαδινούς.
Η κάθοδος των Βυτιναίων από την αρκαδική γενέτειρα στην εύφορη Ηλεία, δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Η εγκατάστασή τους στα περίχωρα του Αϊ-Γιάννη συνάντησε την αντίδραση των ντόπιων χωρικών, που είδαν ξαφνικά μια ομάδα «ξένων» να στήνει τα καλύβια της σε αυτό που έως τότε θεωρούσαν δική τους γη. Η αντίδραση ήταν άμεση και βίαιη: τρεις φορές τα καλύβια των Βυτιναίων πυρπολήθηκαν από τους Αγιανναίους, μετά την εποχική τους επιστροφή στη γενέτειρα. Ωστόσο οι σκληροτράχηλοι Αρκάδες δεν το έβαλαν κάτω. Μάλιστα συνεισέφεραν, γύρω στο 1870, στην ανέγερση της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου, εντός της οποίας εγκατέστησαν το 1872 την εικόνα του Αγίου Τρύφωνος.


Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Θεόδωρος Δηλιγιάννης ήταν το υψηλό «μέσον» που χρησιμοποίησαν οι Βυτιναίοι για να πετύχουν τη νομιμοποίησή τους στο χώρο που είχαν επιλέξει

Οι τριβές παρέμεναν και μετά τη σταδιακή παγιοποίηση του οικισμού στην κορυφή του λόφου. Για να κατοχυρώσουν νομικά την παρουσία τους, οι Βυτιναίοι απευθύνθηκαν στον πατριώτη τους Θεόδωρο Δηλιγιάννη, καταγόμενο από τα Λαγκάδια, ο οποίος ικανοποίησε το αίτημά τους και κατά τη διάρκεια της πρώτης πρωθυπουργικής του θητείας, μεταξύ των ετών 1885 και 1886, έδωσε νομική υπόσταση στο χωριό. Αυτό έκανε έξαλλους τους Αγιανναίους, οι οποίοι στράφηκαν στο αντίπαλο κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη.
Με την ασφάλεια που τους παρείχε πλέον η κρατική αναγνώριση και έχοντας ήδη διανύσει δεκαετίες νομαδικού βίου, οι προπαππούδες μας άρχισαν να χτίζουν, στη θέση των καλυβιών, πέτρινες διώροφες οικίες. Αυτό εντάθηκε κυρίως μετά το 1886, όταν η περιοχή μας κλονίστηκε από σεισμό, ο οποίος κατέστρεψε τον Άγιο Νικόλαο του Πύργου και το καθολικό της Μονής Σκαφιδιάς. Η ανέγερση των οικιών του χωριού έγινε από μπουλούκια Λαγκαδινών χτιστάδων, οι οποίοι εξ άλλου έχτισαν σχεδόν όλη την Πελοπόνννησο μετά τα Ορλωφικά (1770) και μέχρι τον 20ό αιώνα, καταλαμβάνοντας το χώρο δράσεως των Βαρβαριτών χτιστάδων. Η δράση των Λαγκαδινών εκτεινόταν σε όλο το χώρο της Πελοποννήσου εκτός από τη Μάνη, που είχε τους δικούς της χτιστάδες για τους πύργους της και η φήμη τους πάει πίσω στο χρόνο μέχρι την ανοικοδόμηση του κάστρου της Άκοβας το 13ο αιώνα.


Ο ναός των Ταξιαρχών των Λαγκαδίων είναι κτίσμα του 1806,. ενώ ο πύργος του ωρολογίου οικοδομήθηκε το 1910. Οι Λαγκαδινοί σήκωσαν τη σημαία της Επαναστάσεως στις 23 Μαρτίου 1821 και λίγες μέρες μετά επιδόθηκαν στη σφαγή των τριακοσίων Τούρκων του χωριού και στην πυρπόληση του τζαμιού

Ο
ι Βυτιναίοι θεωρούσαν ότι οι Λαγκαδινοί είχαν «άλλη καταγωγή από αυτούς» και το στήριζαν στη διαφορετικό ιδίωμά τους, που περιείχε «λαγκαδινές λέξεις», όπως λάλας (αρβανίτικη λέξη: ο αδελφός), φούλα (από το αδελφούλα: η αδελφή) και μάικω (σλαυική: η μάνα). Η καταγωγή των Δεληγιανναίων έχει εξακριβωθεί ότι είναι από τη Θεσσαλονίκη, με ρίζες που φθάνουν στην Κρήτη. Κατά μία άποψη, οι Λαγκαδινοί έχουν κατέβει από τη Θράκη. Η παρουσία του χωριού με αυτό το όνομα αναφέρεται για πρώτη ίσως φορά σε Οθωμανικό κατάστιχο του 1570, όπου φαίνεται να έχει 46 σπίτια.


Το Κουφοχρησταίικο, ένα από τα σπίτια των Βυτιναιίκων που έχτισαν οι Λαγκαδινοί μαστόροι

Μετά την Απελευθέρωση, οι Λαγκαδινοί επιδόθηκαν σχεδόν αποκλειστικά στο επάγγελμα του χτίστη, οργώνοντας όλη την Πελοπόννησο σε ομάδες (μπουλούκια) κατασκευάζοντας σπίτια, γεφύρια, σχολεία, βρύσες και εκκλησίες. Τα μπουλούκια είχαν σαφή εσωτερική οργάνωση και ιεραρχία. Επικεφαλής ήταν ο πρωτομάστορης και ακολουθούσαν οι μαστόροι, οι οποίοι ήταν χτίστες. Τελευταίοι ιεραρχικά ήταν οι νταμαρτζήδες, οι πελεκάνοι, οι λασπολόγοι και τα μαστορόπουλα, οι μαθητευόμενοι δηλαδή, οι οποίοι συνέλεγαν και μετέφεραν τις πέτρες. Την ιεραρχική κατάταξη στο μπουλούκι σεβόταν και η διανομή του συσσιτίου. Ο πρωτομάστορης και οι μαστόροι απολάμβαναν τις καλύτερες μερίδες φαγητού. Ιδιαίτερα αγαπητά στη δίαιτα των χτιστάδων ήταν τα πράσα. Οι ανώτεροι του μπουλουκιού έτρωγαν τα κεφάλια και οι κατώτεροι τα φύλλα. Έτσι έμεινε παροιμιώδης ο αναστεναγμός του μαστορόπουλου: «Πότε θα γίνω μάστορης, να φάω πρασοκεφάλι!».


Καλοπελεκημένα αγκωνάρια από ντόπιο πουρί πλαισιώνουν τα παράθυρα του κατωγιού του Κουφοχρησταίικου. Από τα λίγα που δεν έχουν κατεδαφιστεί ή που δεν έχουν καλυφθεί από τσιμέντο

Τ
ο εντυπωσιακό με τα Βυτιναίικα ήταν ότι χτίστηκαν εξ αρχής με δίπατα πέτρινα σπίτια από ντόπιο πωρόλιθο (κογχυλιάτη λίθο), όταν τα περισσότερα χωριά των ντόπιων (ο Αϊ-Γιάννης, το Λεβεντοχώρι, το Καρακοχώρι) ήταν χτισμένα με ισόγεια πλίνθινα σπίτια. Η ανεύρεση της πέτρας δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Σύμφωνα με τους παλαιότερους Βυτιναίους, τις πέτρες έφερναν με τα γαϊδούρια από νταμάρια στο Λεβεντοχώρι και τη Σκαφιδιά. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι χρησιμοποιήθηκαν και διάσπαρτα οικοδομικά υλικά από τα ερείπια της αρχαίας Φειάς και των Λετρίνων. Σε αυτό το συμπέρασμα οδήγησε η ανεύρεση στο εσωτερικό τοίχου κατεδαφισθέντος κτίσματος (ντάμι) μικρής ναόσχημης επιτύμβιας στήλης, της οποίας το διασωθέν επίχρισμα διασώζει ίχνη κυανού χρώματος. Επίσης η αγία τράπεζα του Αγίου Τρύφωνος στηρίζεται σε σπόνδυλο ραβδωτού κίονος, ο οποίος δεν αποκλείεται να έχει έρθει από την Ολυμπία, το πλησιέστερο σημείο όπου μπορούσε να βρεθεί τέτοιο οικοδομικό υλικό.


Η ναόσχημη επιτύμβια στήλη κλασσικών χρόνων που ήταν εντοιχισμένη στο πέτρινο ντάμι. Εντοιχίσθηκε στην ίδια θέση, στον τοίχο της σύγχρονης οικίας

Η φήμη των Λαγκαδινών χτιστάδων εξαπλώθηκε γρήγορα και έγιναν περιζήτητοι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια περίοδο μεγάλης ευημερίας. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ανοικοδομήθηκαν τα Βυτιναίικα, τα Λαγκάδια ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Αρκαδίας μετά την Τρίπολη και είχαν γύρω στους επτά χιλιάδες κατοίκους, όταν η Βυτίνα αριθμούσε γύρω στις δύο χιλιάδες. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα η αλλαγή στον τρόπο δόμησης και η μετανάστευση έφεραν και σε αυτή την αρκαδική κωμόπολη την πληθυσμιακή συρρίκνωση και το μαρασμό. Σήμερα τα Λαγκάδια είναι μία ευχάριστη και γραφική κωμόπολη που ζει από τον τουρισμό.

2 σχόλια:

Sotiris Sotiropoulos είπε...

Αγαπητέ Βυτιναίε
Πολύ με συγκίνησες με το κείμενό σου για τους Λαγκαδινούς μαστόρους.
Η Δίβρη στο μεγαλύτερο μέρος της έχει τα 500 πετρόσπιτα (μεταξύ των οποίων και το προγονικό μου) και τα σπουδαία αρχοντικά (π.χ. το Στεφανοπουλαίϊκο, ίσως και το Πετραλαίϊκο) χτισμένα από Λαγκαδινούς μαστόρους, αλλά και λιγότερα από Ηπειρώτες (που ξεχωρίζουν από τις πελεκητές πέτρες που συνδέουν ακρογωνιαίους λίθους με αυτούς των παραθύρων...).
Θυμάμαι, μικρό παιδί, ότι το τελευταίο Λαγκαδινό Μπουλούκι μαστόρων που ήρθε στη Δίβρη, έχτισε και το νεώτερο σπίτι του πατέρα μου το 1956, με επικεφαλής τον λεγόμενο "Τρανταφυλλάκο" (παρατσούκλι) και τον μαστρο-Γιώργη, με τα γαϊδουράκια τους και τα μαστορόπουλα που κοιμόντουσαν στραματσάδα έξω και να τους μαγειρεύει η μακαρίτισσα η μάνα μου.. Και εγώ να κουβαλάω με τα αδέλφια μου χαλίκι...
Σε ευχαριστώ για την τόσο ωραία αφήγηση. Να είσαι καλά.
Σωτήρης Σωτηρόπουλος ΔΙΒΡΗ

Βυτιναιος είπε...

Ωραία η ανάμνηση της δημιουργίας, του χτισίματος.
Δυστυχώς οι δικές μου αντίστοιχες αναμνήσεις από το χωριό περιλαμβάνουν την αγωνία, κάθε φορά που έμπαινα στο χωριό, ποιο σπίτι γκρέμισαν, ποιο σπίτι κατέστρεψαν. Κάθε φορά αισθανόμουν και μία νέα, μικρή ή μεγάλη απογοήτευση.
Όπως και σχεδόν όλη η Ηλεία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα Βυτιναίικα πλέον δεν παρουσιάζουν κανένα αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον.