Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

ΛΑΜΠΟΥΝ ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ (ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ)


Έφιππος Ανδριάντας του Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο. Η ιστορική πρωτεύουσα της Αργολίδας έπεσε στα χέρια των Ελλήνων μετά από σκληρή πολιορκία την 1η Δεκεμβρίου 1822

Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια,
Λάμπουν και τ’ αλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,
Που ‘χουν τ’ ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,
Τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια,
Όπου δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν.
Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,
Καβάλα παίρν’ αντίδερο απ’ του παπά το χέρι.
Φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλουριά ρίχνουν στους Άγιους
Και στον αφέντη το Χριστό ρίχνουνε τ’ άρματά τους.
«Χριστέ μας βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια!».
Κι ο Θοδωράκης μίλησε, κι ο Θοδωράκης λέει:
«Τούτ’ οι χαρές που κάνουμε, σε λύπη θα μας βγάλουν.
Απόψ’ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου,
Θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.
Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γενούμε.
Σύρε Γιώργο μ’ στον τόπο σου, Νικήτα στο Λιοντάρι,
Εγώ πάω στην Καρύταινα, πάω στους εδικούς μου,
Ν’ αφήσω τη διαθήκη μου και τις παραγγελιές μου,
τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυθο θα πάω».


Η αρματωσιά του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Η φήμη των Κολοκοτρωναίων ως κλεφτών και αρματολών έχει λάβει ανά τους αιώνες διαστάσεις θρύλου. Τα κατορθώματά τους εξυμνούνται από πολλά τραγούδια της προεπαναστατικής περιόδου, όσο και των χρόνων του Αγώνα. Κυρίως εξυμνείται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στον οποίον σε μέγιστο ποσοστό οφείλουμε την ελευθερία μας.
Το τραγούδι αυτό υπήρξε ένα από τα δημοφιλέστερα στην Πελοπόννησο και θεωρείται ως ο εθνικός ύμνος των Μοραϊτών. Οι στίχοι του εξαίρουν τη λαμπρή εμφάνιση, τον εντυπωσιακό στολισμό και κυρίως την υπερηφάνεια της γενιάς των Κολοκοτρωναίων. Ο χρόνος που διαδραματίζεται η σκηνή είναι πριν τη φυγή του Γέρου του Μοριά στη Ζάκυνθο το 1806.
.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

ΗΛΙΑΣ ΤΣΑΓΚΛΑΣ, ΕΝΑΣ ΗΛΕΙΟΣ ΗΡΩΑΣ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΗ ΣΚΙΑ


Η έπαρση της γερμανικής σημαίας στην Ακρόπολη
.
Ο Ηλίας Τσάγκλας από το χωριό Πεύκες, 18 ετών τότε, κατέβασε τη σβάστικα μέρα μεσημέρι από το χώρο της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής. Έσβησε πριν από 11 χρόνια, σεμνός και αθόρυβος όπως έζησε.
.
Στη σκιά της ιστορίας έχει μείνει εδώ και εξήντα χρόνια το παράτολμο κατόρθωμα ενός Πελοποννήσιου εφήβου. Μέρα μεσημέρι, μέσα στον τρόμο της γερμανικής κατοχής, κατέβασε τη σβάστικα από τον χώρο της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αρχαία Ολυμπία.
Συνέβη την 1η Αυγούστου 1941, δύο μόλις μήνες μετά την ηρωική ενέργεια της Ακρόπολης των Αθηνών, τη νύχτα της 30ής προς 31η Μαΐου. Η διαφορά είναι ότι, σε αντίθεση με τον Μανώλη Γλέζο και τον Λάκη Σάντα, ο πρωταγωνιστής της Ολυμπίας παρέμεινε στην αφάνεια.
Είναι ο Ηλίας Τσάγκλας, λένε στις Πεύκες, που πρώτα ονομαζόταν Βύλιζα και σήμερα αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Αρχαίας Ολυμπίας. Το δηλώνει ο πρόεδρος του διαμερίσματος Λυμπέρης Διονυσόπουλος. Όταν οι Ναζί πάτησαν την Κοιλάδα του Αλφειού, ο Ηλίας ήταν δεν ήταν 18 χρόνων. Όπως όλοι σχεδόν οι νέοι στο χωριό, δούλευε και αυτός στα χωράφια. Αν και η οργανωμένη αντίσταση είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ηλεία, εκείνος έμενε μακριά.
Δόξες και τιμές κανείς δεν αποκόμισε μετά την απελευθέρωση. Ο ίδιος προτίμησε την ανωνυμία. Ανάλογες συμπεριφορές οφείλονται συνήθως σε λόγους είτε σεμνότητας είτε αυτοπροστασίας. Το τελευταίο φαινόμενο παρουσιάζεται συχνά ιδιαίτερα ισχυρό για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες μετά την απελευθέρωση.
Ο Ηλίας Τσάγκλας πέθανε πριν από 11 χρόνια, χτυπημένος από τον καρκίνο. Έσβησε αθόρυβα, όπως έζησε. Και ας είχε αναστατώσει με την αποκοτιά του τις κατοχικές αρχές το καλοκαίρι του ‘41.
.

Ο Αδόλφος Χίτλερ μπροστά από το Δισκοβόλο του Μύρωνος
.
«Άφριζαν» οι Γερμανοί, οι σκληρές ανακρίσεις δεν έβγαλαν άκρη
Ο
άνθρωπος που το αυγουστιάτικο καταμεσήμερο ξεκρέμασε τη γερμανική σημαία από τον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας, κινήθηκε σαν φάντασμα. Δεν έγινε από κανέναν αντιληπτός. Φαίνεται πως αρχαιολόγοι και το λοιπό προσωπικό ξεκουράζονταν μετά το φαγητό, αποκαμωμένοι από τον καύσωνα, συνηθισμένο αυτή την εποχή. Έγιναν αθρόες συλλήψεις και σκληρές ανακρίσεις απ’ όπου δεν βγήκε άκρη. Το περιστατικό προκάλεσε αναστάτωση σε Αθήνα, Πύργο, Ολυμπία. Ο κατοχικός Νομάρχης Ηλείας έστειλε αναφορά προς το Υπουργείο Εσωτερικών της κυβέρνησης Τσολάκογλου στις 4 Αυγούστου. Ανέφερε: «Μάρτυν καταθέτοντα συγκεκριμένον τι εύρομεν μέχρι τούδε ένα μόνον, τον αγροφύλακα της κοινότητος, όστις καταθέτει ότι κατά την εν λόγω ώραν (σσ, 1.00 μ.μ.) είδεν εξ αποστάσεως 1.000 περίπου μέτρων δύο άτομα ιστάμενα εγγύς του κοντού, όπου ήτο ανηρτημένη η σημαία, αλλά λόγω της αποστάσεως δεν ανεγνώρισεν αυτά ούτε έδωσε ιδιαιτέραν σημασίαν, διότι εθεώρησε τούτους εκ του συνήθους υπηρετικού ή εργατικού προσωπικού της Σχολής». Ο Νομάρχης δεν αρνείται ότι εκ πρώτης όψεως φαντάζει δύσκολο να αφαιρέθηκε η σημαία τέτοια ώρα, χωρίς ο δράστης να γίνει αντιληπτός. Αλλά αμέσως παραθέτει τις ιδιαίτερες συνθήκες:
- Το προσωπικό γευμάτιζε σε χώρο όπου η σημαία δεν ήταν ορατή.
- Ο αριθμός των Ελλήνων εργατών είχε περιοριστεί σε 8-10 λόγω της περιορισμένης ανασκαφικής δραστηριότητας.
- Μόλις 15 βήματα από το κοντάρι της σημαίας αρχίζει πυκνό δάσος, όπου οι δράστες γίνονται αθέατοι.
Θεωρεί ως πιθανούς δράστες κομμουνιστές και μέλη των οικογενειών τους συνελήφθησαν. Σημειώνει: «Εις το εργατικόν δυναμικόν της Σχολής υπήρχον και τινες κομμουνισταί 3-4, οίτινες λόγω του ότι γίνονται συλλήψεις κομμουνιστών εξ άλλων λόγων εκρύβησαν, αι δε οικογένειαί των κρατούνται εις την Αστυνομίαν ως εξαναγκαστικόν μέσον, όπως παρουσιασθώσιν». Στην έκθεση του Νομάρχη γίνεται λόγος για 20 ομήρους: «Σήμερον μ’ επληροφόρησεν ο ενταύθα συνταγματάρχης διοικητής των Ιταλικών Στρατευμάτων Κατοχής ότι συνέλαβεν και μετέφερεν ενταύθα (σσ., στον Πύργο Ηλείας) 20 κατοίκους Ολυμπίας σκοπών να κρατήσει αυτούς ως ομήρους μέχρις ανακαλύψεως του δράστου της κλοπής της σημαίας».
.
Γρηγόρης Φαράκος: Άγνωστοι έμειναν οι πατριώτες
Ο
Γρηγόρης Φαράκος έχει ασχοληθεί με το θέμα στο βιβλίο του «Η μάχη των συμβόλων - Το κατέβασμα της χιτλερικής σημαίας από την Αρχαία Ολυμπία». Θεωρεί άγνωστους τους πατριώτες, που προχώρησαν στο παράτολμο εγχείρημα τον Αύγουστο του 1941.
Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Οι αγωνιστές εκείνοι, απ’ ό,τι ξέρω, διατήρησαν ως τώρα την ανωνυμία τους. Δεν θεώρησαν, όπως και χιλιάδες άλλοι, πως έπραξαν κάτι το εξαιρετικό. Απλώς, ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του καιρού τους». Άλλοι βετεράνοι της Εθνικής Αντίστασης από τα μέρη της Ολυμπίας, όπως ο Θουκυδίδης Κοσμόπουλος, θεωρούν πιθανότερο οι πατριώτες που υπέστειλαν τη σβάστικα να μη βρίσκονται μεταξύ εκείνων που επέζησαν της ναζιστικής κατοχής.
.

Η πρώτη τελετή αφής της Ολυμπιακής Φλόγας το 1936
.
Χίτλερ: Προπαγάνδα και ανασκαφές στην Ολυμπία
Ι
διαίτερα ενόχλησε τους Γερμανούς ότι το περιστατικό διαδραματίστηκε στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας. Αυτό προκύπτει από την αναφορά που συνέταξε ο Γκίντερ Άλτενμπουργκ, πληρεξούσιος του Ράιχ για την Ελλάδα. Απευθύνεται στον Κουίσλινγκ Τσολάκογλου και εκφράζει τη λύπη του, που όλα έγιναν «εις τον χώρον ανασκαφών της Ολυμπίας, διά τας οποίας ως γνωστόν ο Φύρερ επιδεικνύει εξαιρετικόν ενδιαφέρον».
Πράγματι, η ναζιστική προπαγάνδα και ο Χίτλερ προσωπικά είχαν προσπαθήσει να εκμεταλλευθούν στο έπακρον την Ολυμπιακή Ιδέα και τις ανασκαφές στην Αρχαία Ολυμπία. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, το 1936.
.
Πράκτορες
Τ
ον τελευταίο καιρό πριν από τη γερμανική επίθεση στην Ελλάδα, οι αρχαιολογικές αποστολές χρησιμοποιούνταν συχνά ως χώροι κάλυψης χιτλερικών πρακτόρων. Αρκετοί απ’ αυτούς χρησιμοποιούσαν ως προκάλυμμα τη Γερμανική Αρχαιολογική Σχολή στην Αθήνα και την αποστολή της στην Ολυμπία. Αυτό δεν έχει να κάνει με τη μεγάλη προσφορά των Γερμανών αρχαιολόγων για την κλασική Ελλάδα και, ειδικά, για την Ολυμπία.
.

Η ανασκαφή του ναού του Ολυμπίου Διός το 1875 από τη Γερμανική Αρχαιολογική Σχολή
.
Οι ανασκαφές στην Ολυμπία άρχισαν από Γάλλους τον Μάιο του 1929, δύο χρόνια μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στο Λούβρο, όπου εκτίθενται σήμερα. Όταν η ελληνική κυβέρνηση πληροφορήθηκε την αρπαγή, διέταξε τη διακοπή των ανασκαφών. Ξανάρχισαν το 1875 από Γερμανούς αρχαιολόγους, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα.
Διάσημος οπαδός της παραμονής των αρχαιολογικών θησαυρών στον τόπο ανακάλυψής τους υπήρξε ο Γερμανός ιστορικός και αρχαιολόγος Έρνεστ Κούρτιους (1814 - 1896). Επηρέασε την αρχαιολογική σκέψη σε σημείο, που ύστερα απ’ αυτόν η Αρχαιολογία έπαψε να αποτελεί κυνήγι θησαυρών, αλλά επιστημονική επιδίωξη.
.
Πηγή: Έθνος (Θοδωρής Ρουμπάνης)
.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

Ο ΒΥΤΙΝΑΙΟΣ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ ΝΙΚΟΛΗΣ ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ


Προσωπογραφία του Νικολάου Ταμπακόπουλου. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
.
Ο Νικολής Ταμπακόπουλος ήταν εύπορος Βυτιναίος οπλαρχηγός. Εργαζόταν ως σαράφης (τοκογλύφος) και μαζί με τον Τουρκαλβανό Σεϊντή Λαλιώτη ασχολιόταν ως φοροεισπράκτορας της περιοχής Καλαβρύτων. Το όνομά του εμπλέκεται στο επεισόδιο της 18ης Μαρτίου 1821 στη Χελωνοσπηλιά της Κατσάνας, κοντά στη Λυκούρια, λίγες ημέρες πριν την έναρξη της Επαναστάσεως όταν, με την έγκριση του γερο-Ασημάκη Ζαΐμη, ο Ιωάννης Χονδρογιάννης από το Μάζι Καλαβρύτων τους επιτέθηκε, καθώς είχε πληροφορίες ότι μετέφεραν χρήματα και χρεόγραφα από τα Καλάβρυτα στην Τριπολιτσά.
Η έναρξη της Επαναστάσεως τον βρήκε επικεφαλής ομάδας υπέρ των εκατό Βυτιναίων πολεμιστών. Συμμετείχε με τους άλλους οπλαρχηγούς και προεστούς στη Συνέλευση των Καλτεζών, που έλαβε χώρα στην ομώνυμη μονή από τις 20 έως τις 26 Μαΐου 1821, με σκοπό τη δημιουργία τοπικής πολιτικής αρχής.
Γράφει για αυτόν ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος) στο έργο του Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών: «Οὗτος κατήγετο ἐκ Βυτίνης. Ὑπηρέτησε δὲ πολιτικῶς καὶ στρατιωτικῶς. Ἐγένετο μέλος τῆς ἐφορείας τῶν Τρικόρφων ἐπὶ τῆς προεδρείας τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη. Εὑρέθη δὲ εἰς πολλὰς μάχας, καὶ ἰδίως εἰς τὴν μάχην τοῦ Δερβενακίου κατὰ τοῦ Δράμαλη. Ἐφονεύθη εἰς τὴν ἀτυχῆ μάχην τῶν Τρικόρφων ἐπὶ τοῦ Ἰβραὴμ πασᾶ. Ἡ πολυμελὴς αὕτη οἰκογένεια τῶν Ταμπακοπούλων πολὺ ἐχρησίμευσε κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ πρὸ πάντων ὁ ἱεροδιάκονος Ἰωσὴφ, ὁ γνωστὸς εἰς Ἀθήνας, καὶ χρηματίσας ἡγούμενος τῆς μονῆς Καισαριανῆς, ὅστις ἐπολέμησε κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς ἀκροπόλεως, καὶ ἄφησε μνήμην τῆς παληκαριᾶς του.»
Η Μάχη εν Τρικόρφοις, που περιγράφεται από το Φωτάκο, διεξήχθη στις 23 Ιουνίου 1825 μεταξύ των Ελλήνων και των Τουρκοαιγυπτίων και είχε ως στόχο την ανακατάληψη της Τριπολιτσάς, που είχε καταληφθεί από τον Ιμπραήμ. Ελληνική δύναμη 4000 ανδρών υπό τον Κολοκοτρώνη πήρε θέσεις στα Τρίκορφα και έφτιαξε ταμπούρια. Ο Ιμπραήμ όμως βγήκε από την πόλη και επιτέθηκε έγκαιρα με όλες τις δυνάμεις του, επιτυγχάνοτας μετά από μάχη έξι ωρών την διάλυση και την οριστική υποχώρηση των Ελλήνων, μετά και την άφιξη σημαντικών εχθρικών ενισχύσεων. Σκοτώθηκαν εκατόν ογδόντα Έλληνες και οκτακόσιοι Τουρκοαιγύπτιοι. Μεταξύ των νεκρών οι Βυτιναίοι Θεοδωράκης Λιάρος ή Ροζής, Χρήστος Ταμπακόπουλος και ο Νικολής Ταμπακόπουλος.
Το γεγονός του θανάτου του οπλαρχηγού προκάλεσε συγκίνηση στην πατρίδα του Βυτίνα και βύθισε τον οικογένειά του και το χωριό στο πένθος. Η λαϊκή μούσα διέσωσε το γεγονός σε διάφορες παραλλαγές:
.
Θέλτε ν’ ακούστε κλάυματα, γυναίκεια μοιρολόγια;
Περάστ’ από τα Τρίκορφα και μέσ’ από την Πιάνα,
Κι από την Αλωνίσταινα κι αγνάντια στην Βυτίνα,
Και κεί θ’ ακούστε κλάυματα, γυναίκεια μοιρολόγια.
Πώς κλαίνε και πώς θλίβονται οι Ταμπακονυφάδες
Στα παραθύρια κάθονται, το Διάσελ’ αγναντεύουν,
Βλέπουν τ’ ασκέρι σκορπιστό κι ερχόταν ένας ένας.
Βλέπουν τον βλάγκον αδειανόν, τον φέρνει ο Ρεμπεστιέκος.
Ψιλή φωνίτσαν έβαλεν η κυρά Νικολίνα:
Γιάννη μου, πού είν’ ο αφέντης σου και πού είν’ ο καπετάνιος;
Πίσω στάθη στ’ ασκέρι του, που γίνηκ’ ένας ένας.
.
Βουνά της Αλωνίσταινας και της Απάνω Χώρας,
Τι έχετε π’ αραχνιάσατε και είστ’ αραχνιασμένα;
Μη σας εβάρεσε βοριάς, μη σας επήρ’ ο νότος;
Μηδέ βοριάς μας βάρεσε, μηδέ νοτιάς μας πήρε.
Μπραήμ πασάς μας έζωσε με τους στραβαραπάδες.
Με τρεις χιλιάδες τακτικούς, πέντε καβαλαραίους.
Σκοτώσαν τον κυρ Νικολή με τον Παπατσονόπλον.
Εβγάτε μεσ’ τον Άγιο Λια, αγνάντια στη Βυτίνα.
Εκεί ν’ ακούστε κλάυματα, ν’ ακούστε μοιρολόγια.
Πώς κλαίνε και πώς θλίβονται οι Ταμπακονυφάδες.
Με τις Αλωνιστιώτισσες, και χύνουν μαύρα δάκρυα.
.
Βουνά της Αλωνίσταινας και της Απάνω Χρέπας,
Τι έχετε που παχνιάσατε και είστε παχνιασμένα;
Μην είν’ τα χιόνια σας βαρειά και τα νερά σας κρύα;
Δεν είν’ τα χιόνια μας βαρειά και τα νερά μας κρύα.
Μπραήμ πασάς μας πλάκωσε με τους στραβαραπάδες,
Με τρεις χιλιάδες τακτικό και πέντε Αρβανίτες.
Σκοτώσαν τη λεβεντουριά, τους δυο καπεταναίους.
Σκοτώθη ο Ταμπακόπουλος και ο Σεντουκομίνης.
Κλαίνε οι μανάδες για παιδιά, γυναίκες για τους άνδρες.
Κλαί’ η κυρά Κατερινιώ κι οι δυο της συνυφάδες.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ, ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ


Στους πρόποδες της Ακροπόλεως, λίγα χρόνια μετά την ηρωική νύχτα
.
«Η καταγωγή της πατρικής οικογένειάς μου είναι από τη Λευκάδα, και συγκεκριμένα από το χωριό Πηγαδισάνοι, που βρίσκεται κοντά στην Καρυά Λευκάδας. Ο πατέρας μου σπούδασε δασάρχης και ήταν δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Γεωργίας. Η υπηρεσία του τον έστειλε στην Αυστρία, απ’ όπου γύρισε μαζί μ’ έναν Αυστριακό καθηγητή και έκαναν τη Δασική Σχολή Βυτίνας Αρκαδίας, στις υπώρειες του Μαινάλου. Εκεί γνώρισε και τη μητέρα μου Γεωργία, η οποία κατάγεται από την οικογένεια Ρουμελιώτη της Βυτίνας Αρκαδίας, όπου και παντρεύθηκαν. Μετά άρχισαν οι μεταθέσεις. Έτσι, εγώ γεννήθηκα στην Πάτρα, στις 22 Φεβρουαρίου 1922. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά: την Κωνσταντίνα, τη Μαίρη, εμένα και την Ειρήνη…»
.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Απόστολου Σάντα «Μια νύχτα στην Ακρόπολη… Μνήμες από μια σπουδαία εποχή», εκδόσεις Βιβλιόραμα)
.

Έπαρση της γερμανικής σημαίας στον ιστό της Ακροπόλεως το 1941
.

.
Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή και ηρωική. Εβδομήντα χρόνια πριν, σαν σήμερα, ο γερμανικός στρατός κατοχής υφίστατο μια βαρύτατη προσβολή από δύο νεαρούς, το Μανώλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα, που αποφάσισαν και επιχείρησαν το ακατόρθωτο, την υποστολή της γερμανικής στρατιωτικής σημαίας από την Ακρόπολη της Αθήνας. Σήμερα, ο πληγωμένος ελληνικός λαός, σε αναζήτηση νέων ηρώων, καλείται να εμπνευστεί από εκείνα τα παιδιά που αψήφησαν τα πάντα και κέρδισαν την αιώνια δόξα και τιμή.
Ο Απόστολος Σάντας απεβίωσε πριν από ένα μήνα, το Σάββατο 30 Απριλίου 2011 και κατέλαβε την αιώνια θέση του στο πάνθεον των ηρώων του Ελληνισμού.
.
Άλλη αφήγηση του ίδιου του Λάκη Σάντα από το Ηλεία Τώρα εδώ.
.

Η Μελίνα Μερκούρη, ο Απόστολος Σάντας, ο Μανώλης Γλέζος και ο Μανώλης Ανδρόνικος κατά τα αποκαλυπτήρια της αναμνηστικής πλάκας στην Ακρόπολη το 1982
.

.
Το βίντεο με την εξιστόρηση των δύο πρωταγωνιστών από την εκπομπή «Πρώτη Σελίδα» του Φρέντυ Γερμανού εδώ.
.

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

ΣΑΝ ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ



Σαν τα μάρμαρα της Πόλης που ‘ναι στην Αγιά Σοφιά
έτσι τα ‘χεις ταιριασμένα μάτια, φρύδια και μαλλιά.

Απεφάσισα να γίνω στην Αγιά Σοφιά κουμπές
να ‘ρχονται να προσκυνούνε Τουρκοπούλες και Ρουμιές.

Άσπρη μου παχιά σουλτάνα την καρδιά μου ράϊσες
και τον νου μου τον επήρες και τον επαλάβωσες.

Δεν μπορώ να καταλάβω, Τούρκα είσαι για Ρουμιά
για Εγγλέζα για Φραντζέζα κι έχεις τέτοιαν εμορφιά.

(Παραδοσιακό ερωτικό τραγούδι της Θράκης. Η γυναικεία ομορφιά μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τις πολυτελείς ορθομαρμαρώσεις της Αγίας Σοφίας)










Ο άγγελος Σεραφείμ που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στο σφαιρικό τρίγωνο που βρίσκεται κάτω από τον τρούλλο του ναού


Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ, 3/15 ΜΑΪΟΥ 1841


Η περικεφαλαία και το σελαχλίκι του Κολοκοτρώνη (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
.
Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Το Μάιο του 1841, ευρισκόμενος στο κτήμα του πέριξ του Ναυπλίου, κάλεσε το συμβολαιογράφο Χαράλαμπο Παπαδόπουλο και συνέταξε τη διαθήκη του, την οποία ο ιστορικός Τάκης Κανδηλώρος δημοσίευσε στο έργο του «Αρκαδική Επετηρίς» το 1906.
Ο λόγιος και ιστοριοδίφης Τάκης Χ. Κανδηλώρος (1874-1934), με καταγωγή από τη Δημητσάνα της Γορτυνίας, ήταν αρχικά δικηγόρος στον Πύργο. Ακολούθως διορίστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με ιστορικές και άλλες μελέτες. Έγραψε την «Ιστορία της Δημητσάνης» και την «Ιστορία της Γορτυνίας», τη «Βιογραφία του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’», τη «Δίκη του Κολοκοτρώνη», τον «Αρματωλισμό της Πελοποννήσου» και άλλα βιβλία, ιστορικά, λαογραφικά κλπ. Το 1903 εξέδωσε την «Αρκαδική επετηρίδα» σε δύο τόμους (1903 και 1906). Ο Κανδηλώρος υπήρξε πρωτοπόρος στην έρευνα της ιστορίας της Δημητσάνας, της Γορτυνίας και της Πελοποννήσου γενικότερα. Τα έργα του διαβάζονται με ενδιαφέρον και σήμερα, διότι περιέχουν αξιόλογες ιστορικές πληροφορίες.
.

Η υπογραφή του Κολοκοτρώνη σε έγγραφο που έχει συνταχθεί στην Τριπολιτσά το 1823, κάτω αριστερά, μετά την υπογραφή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και πριν την υπογραφή του Σωτήρη Χαραλάμπη
.
(Αριθμός Συμβολαίου 12776, σελίς 567)
.
Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τεσσαρακοστόν πρώτον έτος, την τρίτην του μηνός Μαΐου, ημέραν Σάββατον, ώραν εβδόμην πριν της μεσημβρίας, παρουσιασθείς εν τω συμβολαιογραφικώ μας γραφείω και οικία μου υπ’ αριθ. 37 τριάκοντα επτά, τη κειμένη παρά τω ανακτορίω, ενώπιον εμού του υπογεγραμμένου Συμβολαιογράφου Ναυπλίας Χαραλάμπους Παπαδοπούλου, κατοίκου Ναυπλίου, ο κύριος Ιωάννης του ποτέ Γεωργίου Κουτζοπαπά από το χωρίον Αχούρια της Μαντινείας, γνωστός μας υπηρέτης προ πολλών ετών του αντιστρατήγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ευρισκόμενος ήδη παρ’ αυτώ, μοι είπεν ότι απεστάλη πάρα του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, να με προσκαλέση δια να απέλθω εις την εκλαμπρότητά του, κάτοικον μεν εις Αθήνας, αλλ’ ήδη διαμένοντα προς το παρόν εις το πέριξ της Ναυπλίας κτήμα του ονομαζόμενον Κιουλουτεπέ.
Όθεν παραλαβών δύο μάρτυρας τους κυρίους τον Συνταγματάρχην Στρατιωτικόν Νομοεπιθεωρητήν Αργολιδοκορινθίας Αλέξιον Βλαχόπουλον και Νικόλαον Σπηλιάδην, κτηματίαν, κατοίκους Ναυπλίου κατά την ενορίαν της Παναγίας γνωστούς μας πολίτας Έλληνας και ασχέτους πάσης συγγενείας με την εκλαμπρότητά του και απήλθον εις το πέριξ της Ναυπλίας μνησθέν κτήμα του μετά των ειρημένων μαρτύρων, όπου εύρον την εκλαμπρότητά του τον γνωστόν μας αντιστράτηγον κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην υγιαίνοντα και έχοντα τας φρένας του σώας, τον οποίον ερωτήσας διατί με προσεκάλεσεν, απεκρίθη και ενώπιον των μαρτύρων, ότι θέλω να μου γράψης την διαθήκην.
Όθεν προσεκάλεσα τους διαληφθέντας μάρτυρας να ορκισθώσιν δια να φυλάξωσι μυστικόν ό,τι ήθελον ακούσει εις την παρούσαν διαθήκην του, μέχρι δηλαδή της αποβιώσεως του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, οίτινες επιθέσαντες τας χείρας των επί της εικόνος της Θεοτόκου ωρκίσθησαν ως εφεξής: «και ορκιζόμεθα να φυλάξωμεν μυστικόν ό,τι ήθελεν ακούσωμεν εις την παρούσαν διαθήκην του αντιστρατήγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη μέχρι της αποβιώσεώς του».
Μετά δε την ορκοδοσίαν των μαρτύρων ήρξατο ο μνησθείς διαθέτης, η εκλαμπρότης του ο αντιστράτηγος κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, να ομολογή ιδίω του στόματι οικειοθελώς και απαραβιάστως ενώπιόν μου και των ειρημένων μαρτύρων, του οποίου τους λόγους γράφω εγώ ο υπογεγραμμένος συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος εις την παρούσαν διαθήκην του απαραλλάκτως και αυτολεξεί, ως εφεξής :
«Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρονόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Παναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρονών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το μερίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον.
Με όλον ότι είνε εις όνομα του Γενναίου τα κτήματα και αυτός τα καλλιεργεί και ενεργεί όλας μας τας υποθέσεις, άλλα όλα αυτά αποκτήθησαν εν ονόματι του οσπητιού μας και δια της συνδρομής της εδικής μου και της πατρικής ενεργείας, τόσον με λόγον, καθώς και με έργον και με χρήματα αλλά όλη η περιουσία του οσπητιού μας, καθώς επάνω λέγω εις την παρούσαν μου διαθήκην να μοιρασθή καθώς διατάττω χωρίς να γίνη διαφορετικά.
Ο Γενναίος, επειδή είνε ο μεγαλήτερος των παιδιών μου, αυτός να εκτέλεση την διαθήκην μου και να μοιράση, καθώς λέγω, χωρίς να αδικηθή κανένα μου από τα παιδιά εις το παραμικρόν.
Τα ζαπράζια (= ασημένια κοσμήματα της παραδοσιακής φορεσιάς), όπου έχω από τον πατέρα μου, να τα πάρη ο υιός μου Κωνσταντίνος γιατί του τα είχα προ καιρού χαρισμένα. Η Γεωργίτσα του Γενναίου να προικισθή από μέσα το σπίτι μας δηλαδή από το κοινόν. Την εικόνα, όπου μου έχει χαρισμένην ο στρατηγός Ρεβελιώτης και το σπαθί μου όπου φορώ, να το λάβη ο υιός μου Παναγιωτάκης και να μην εμπούν σε μοίρασμα και ο Κωνσταντίνος ο υιός μου να παντρευθή μέσα από το σπίτι μας, δηλαδή όλα τα έξοδα. Την ταμπακέρα, όπου έχω από τον Κυβερνήτην, την χαρίζω του έγγονά μου του Κωνσταντάκη του Γενναίου. Αυτή η υστερνή μου θέλησις, και καθώς παραγγέλλω να εκτελεσθή η παρούσα μου διαθήκη, χωρίς καμμία φιλονεικία μεταξύ των παιδιών μου, εις τα οποία αφίνω την πατρικήν μου ευχήν, καθώς και εις όλους τους συγγενείς και φίλους μου και εχθρούς μου, αν είχα.
Η περιουσία μου συνίσταται εις σπίτια, αμπέλια, σταφίδες, περιβόλια, μύλους, δέντρα διάφορα, πρόβατα, ασημικά, τζεβαϊρικά (= κοσμήματα), άρματα, σκεύη διάφορα, τραπέζας και λοιπά και να μοιρασθή μετά τον θάνατον μου, καθώς διέταξα».

Τον ερώτησα αν έχη ευχαρίστησιν να αφήση τινά βοήθειαν εις φιλανθρωπικά καταστήματα, απεκρίθη: «έκαμα ό,τι ημπόρεσα και θέλω κάμει όσον θα ζήσω».
Ταύτα ωμολόγησεν ενώπιον μου και των μαρτύρων ο διαθέτης κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης οικειοθελώς ιδίω αυτού στόματι, και ταύτα πάντα έγραψα εγώ ο υπογεγραμμένος Συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος εις την παρούσαν του διαθήκην αυτολεξεί, ως εξεφράσθη, την οποίαν ταύτην διαθήκην του, αφ’ ου ανέγνωσα ευκρινώς ενώπιόν του και των ειρημένων μαρτύρων και αφού παρετήρησαν αυτήν και οι μάρτυρες, ότι έγραφα απαραλλάκτως κατά τας διατάξεις του αυτού διαθέτου, υπεγράφη παρά της εκλαμπρότητός του ιδιοχείρως του, υπεγράφη παρά των μαρτύρων και παρ’ εμού του Συμβολαιογράφου Χαράλαμπους Παπαδοπούλου.
.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Αλέξιος Βλαχόπουλος μάρτυς
Νικόλαος Σπηλιάδης μάρτυς
Ο Συμβολαιογράφος
Χαράλαμπος Παπαδόπουλος
.
Πηγή: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού
.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

ΠΕΡΙ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΔΗΜΩΝ ΝΟΜΟΣ


Η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους επί βασιλείας Όθωνος 1833 – 1862 (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
.
Η πρώτη διοικητική διαίρεση του νεοσύστατου Βασιλείου της Ελλάδος έγινε τον Απρίλιο του 1833, με τη δημιουργία 10 Nομών και 47 Επαρχιών. Ως πρότυπο για την ελληνική χρησιμοποιήθηκε η διοικητική διαίρεση της Γαλλίας. Η διοίκηση κάθε Δήμου ανατέθηκε «…εις ένα δημογέροντα, προτεινόμενον από τους δημότας και επικυρούμενον υπό του Βασιλέως, ήτοι αμέσως ή διά του Νομάρχου. Σιμά του δημογέροντος θέλει υπάρχει εν δημογεροντικόν συμβούλιον, εκλεγόμενον από τους δημότας…».
Ο «Περί Συστάσεως των Δήμων Νόμος» είναι ο πρώτος νόμος του ελληνικού κράτους για την τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου βαθμού. Ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1833 και με δεδομένο ότι δεν υπήρχαν διοικητικά στελέχη του νέου ελληνικού κράτους, οι πρώτοι νομοθέτες δεν ήταν Έλληνες. Το σχέδιο νόμου συντάχθηκε στη γερμανική γλώσσα.
Με τον εν λόγω νόμο, η χώρα διαιρέθηκε σε Δήμους τριών κατηγοριών ανάλογα με τον πληθυσμό: Πρώτης τάξεως με πληθυσμό πάνω από 10.000 κατοίκους, δευτέρας τάξεως μεταξύ 2.000 και 10.000 κατοίκων και τρίτης τάξεως οι μικρότεροι. Ο Δήμαρχος αποτελούσε την πρώτη εκτελεστική αρχή και ήταν υπεύθυνος για την άσκηση της τοπικής αστυνομίας. Βοηθοί του Δημάρχου ήταν οι πάρεδροι, ένας έως έξι, ανάλογα με την τάξη του Δήμου. Το δημοτικό συμβούλιο, αποτελούμενο από έξι έως δέκα οκτώ δημοτικούς συμβούλους ανάλογα με την τάξη του Δήμου εθεωρείτο «συμβουλευτική και συνεπιτηρούσα αρχή». Η θητεία του Δημάρχου και των παρέδρων ήταν τριετής, ενώ το δημοτικό συμβούλιο εκλεγόταν για εννέα χρόνια, με άμεση εκλογή. Πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου δεν ήταν ο Δήμαρχος, αλλά ένας από τους δημοτικούς συμβούλους. Δικαίωμα ψήφου είχαν μόνον όσοι φορολογούνταν περισσότερο με άμεσους δημοτικούς φόρους. Ο Δήμαρχος και οι πάρεδροι εκλέγονταν από ειδικό όργανο, το δημαιρεσιακό συμβούλιο, που αποτελείτο από τους δημοτικούς συμβούλους και ισάριθμους δημότες. Αυτό εξέλεγε τρεις υποψηφίους, από τους οποίους ο Βασιλιάς επέλεγε το Δήμαρχο για τους Δήμους α’ και β’ τάξεως και ο Νομάρχης για τους γ’ τάξεως.
Η διαδικασία σχηματισμού των Δήμων ήταν πολύπλοκη και χρονοβόρα, καθώς απαιτείτο γεωγραφική και πληθυσμιακή καταγραφή. Επιπλέον, βασικό πρόβλημα ήταν οι επικρατούσες κομματικές συνθήκες και οι προσωπικές φιλοδοξίες όσων συμμετείχαν στην οργάνωση των Δήμων.
.
Ο Νομός, οι Επαρχίες, οι Δήμοι από το 1833
Ο Νομός Αρκαδίας σχηματίστηκε το 1833 με το Βασιλικό Διάταγμα (Β.Δ.) της 3ης (15ης) Απριλίου (ΦΕΚ 12) «Περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του», με «Μητρόπολη» (πρωτεύουσα) την Τριπολιτσά και τέσσερεις Επαρχίες:
• Μεγαλοπόλεως με πρωτεύουσα το Λεοντάριον.
• Μαντινείας με πρωτεύουσα την Τριπολιτσά.
• Γόρτυνος με πρωτεύουσα την Καρύταινα.
• Κυνουρίας με πρωτεύουσα τον Πραστό.
Τα αρχικά όρια του Νομού Αρκαδίας ορίστηκαν από το Β.Δ. της 9ης (21ης) Νοεμβρίου 1834 (ΦΕΚ 16/1835) «Περί του σχηματισμού των Δήμων της Αρκαδίας»: «τα όρια του Νομού Αρκαδίας αρχίζουν κατά μεν το ανατολικόν από τους πρόποδας του όρους Σκιάθεως (Σαϊτάν) και προχωρούν έως εις τους πρόποδας του όρους Ζαβίτσας, από τούτο δε το μέρος εξακολουθούν την ήδη γενομένην οροθεσίαν του Νομού της Αργολίδος και Κορινθίας κατά το από 28 Απριλίου (10 Μαΐου) διάταγμα. Από δε τους πρόποδας του όρους Ζαβίτσας, τα όρια προχωρούν προς το Άστρος κατά την θάλασσαν, εκτείνονται κατά το μήκος αυτής μέχρι των εκβολών του ποταμίσκου Μούστου εξακολουθούντα έπειτα τον ρουν αυτού, παραλείπουν τον Άγιον Ανδρέαν, το Κορακοβούνι και τον Πραστόν εις τον Νομόν Λακωνίας, συμπεριλαμβάνουν τα χωρία Σίταιναν, Κατσανίτσαν και Κοίνας και προχωρούν προς το όρος το Χέλμον, εντεύθεν καταβαίνοντα εις το χωρίον Κυπαρίσσι, και παραλείποντα αυτό εις τον Νομόν της Λακωνίας, προχωρούν μέχρι του όρους Ξηροβουνίου. Εκείθεν αναβαίνουν τα όρια προς άρκτον μέχρι Κοκκάλων, και προχωρούν έως το Ίσαρι, συμπεριλαμβάνοντα τα χωρία Κυράδες, Σούλο και Χράμον, εκείθεν δε προς το Τετράζι, και μετά ταύτα προχωρούν προς το Διαφόρτι, και συμπεριλαμβάνουν εν εαυτοίς το χωρίον Καρυαίς, παραλείποντα εις τον Νομόν Μεσσηνίας τα χωρία Βερέκλα και Αμπελώνα. Από δε το Διαφόρτι ακολουθούν την αυτήν διεύθυνσιν, και διαβαίνοντα δια του Βλαχορράφτη εκτείνονται μέχρι της παρά το χωρίον Πυρί, συμπιπτούσης ροής του Λάδωνος και του Αλφειού ποταμού. Από δε το Πυρί ακολουθούν την ροήν του Λάδωνος (Ρουφιά) ποταμού έως εις τους πρόποδας του όρους Σκιάθεως, όπου συμπεριλαμβάνονται το χωρίον Δάρα, παραλείπουν το χωρίον Παγκράτι εις τον Νομόν της Αχαΐας και Ήλιδος».
Στην πορεία καταγράφεται μια σειρά μεταβολών: σχηματισμός το 1835 των Επαρχιών Διποταμίας και Πρασσιών, αποσπώντας τμήματα του Νομού για να προσαρτηθούν στη συνέχεια το 1836 η πρώτη στην Επαρχία Γόρτυνος και το 1838 η δεύτερη στην Επαρχία Κυνουρίας.
.
Επαρχία Γόρτυνος
Με το Β.Δ. της 9ης (21ης) Νοεμβρίου 1834 (ΦΕΚ 16/1835) «Περί του σχηματισμού των Δήμων της Αρκαδίας» σχηματίστηκαν οι δεκατέσσερεις πρώτοι Δήμοι της Επαρχίας: Θεισόας (Δημητσάνης), Ζατούνης, Μεθυδρίου, Αργυρού, Καρνεσίου, Θελπούσης, Τεύθιδος (Λαγκαδίων), Λυκουρίας, Ηραίας, Τρικολώνων, Υψούντος, Γόρτυνος, Βρένθης, Τουθόας. Το διάστημα 1836 - 1840, καταγράφονται αρκετές αλλαγές στους Δήμους της Δπαρχίας και αναφέρονται επτά νέοι Δήμοι: Καλλιστούς, Μαραθαίας, Λάδωνος, Κλείτορος, Μυλάοντος, Νυμφασίας, Μοστού. Τελικά, το 1840, με Β.Δ. της 27ης Νοεμβρίου (9ης Δεκεμβρίου) (ΦΕΚ 5/1841) «Περί συγχωνεύσεως των Δήμων της Επαρχίας Γόρτυνος» δημιουργούνται 12 Δήμοι: Ελευσίνος, Θελπούσης, Τροπαίων, Τεύθιδος, Θεισόας, Γόρτυνος, Τρικολώνων, Νυμφασίας, Μυλάοντος, Κλείτορος, Λυκουρίας, Ηραίας.
.
Δήμος Νυμφασίας
Εμφανίζεται το 1837, μετά τη συγχώνευσή του με το Δήμο Μεθυδρίου, με αρχική σύσταση τη Βυτίνα και τη Γρανίτσα. Μεταγενέστερα προσαρτώνται και τα χωριά Γαρζενίκος, Πυργάκι και Νεμνίτσα και αργότερα τα χωριά Κάτω Βυτίνα και Γκιούσι, καθώς και οι διατηρούμενες Μονές Κερνίτσης και Αγίων Θεοδώρων. Το 1880 οι δυο Μονές ενώθηκαν για να διαχωριστούν εκ νέου το 1885.
Το όνομα του Δήμου προήλθε από την ομώνυμη αρχαία πηγή της Αρκαδίας. Η αρχική σφραγίδα ήταν χωρίς έμβλημα. Με Β.Δ. του 1868 ορίστηκε να φέρει η σφραγίδα «νύμφην κοσμίως κατακεκλιμένην κάτωθεν ελάτης και κρατούσαν υπό την αριστεράν μασχάλην υδρίαν, εξ ης ρέει άφθονον ύδωρ…».
.
Από τον ιστοχώρο Αρκάδων Χρόνοι
.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ



Ο αγωνιστής της Επαναστάσεως και μετέπειτα πρωθυπουργός Ιωάννης «Γενναίος» Κολοκοτρώνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του εξαιτίας των διωγμών που είχαν εξαπολυθεί το 1806 εναντίον της κλεφτουριάς. Εκεί έμαθε και λίγα γράμματα. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, έφυγε με τον αδερφό του Πάνο κρυφά από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκαν στην Ηλεία τον Απρίλιο του 1821. Σύντομα τα δυο αδέλφια πήραν το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στον Πύργο εναντίον των Λαλαίων Τουρκαλβανών. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης δεν άργησε να δοξαστεί. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πλάι στον πατέρα του. Ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος. Σε μια μικροσυμπλοκή έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισε ένα γιγαντόσωμο αράπη, κοντός αυτός, με το σπαθί του και τον οδήγησε στο στρατόπεδο. Όλοι γέλασαν και θαύμασαν το νεαρό Γιάννη. «Είσαι γενναίος!» του είπε ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Και του έμεινε• από τότε όλοι τον έκραζαν Γενναίο.



Στις 3 Απριλίου του 1821 οι Λαλαίοι Τουρκαλβανοί λεηλάτησαν τον Πύργο. Την ίδια τύχη είχε στης 24 του μηνός και η Αγουλινίτσα, ενώ λίγο αργότερα σε φονική μάχη στο Σμίλα σκοτώθηκε ο υπερασπιστής του Πύργου Χαράλαμπος Βιλαέτης. Γράφει ο Φωτάκος για τις μάχες με τους Λαλαίους:
«Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος τῶν 17 ἐτῶν. Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν. Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…»



Ο Κανέλλος Δεληγιάννης σημειώνει στα Απομνημονεύματά του:
«Γύρω στα μέσα Ιουνίου ήρθαν στα Τρίκορφα και οι γιοι του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο μεν Πάνος εικοσαετής σχεδόν, ντυμένος και οπλισμένος καλά, ο δε Γιάννης, που ονομάστηκε από εμένα Γενναίος, δεκαεξαετής σχεδόν και αυτός, αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή ήταν μούτζιος στο καράβι του Σπετσιώτη Μπόταση, ήταν ντυμένος με ναυτικό παντελόνι και ζακυνθινή ναυτική ζακέτα, γεμάτα με κατράμι, ρούχα βρώμικα και άθλια και ήταν άοπλος.
Έγραψα αμέσως στον γαμπρό μου Αντωνόπουλο στην Δημητσάνα και του έκαναν αμέσως φουστανέλες και τα υπόλοιπα ελληνικά ρούχα. Εκείνες τις μέρες είχαν φονευτεί μερικοί Τούρκοι και πήραμε κάποια όπλα, από τα οποία πήρα ένα ζευγάρι αργυρές πιστόλες, χρυσωμένες παλάσκες, ένα τουφέκι, ένα σπαθί και μ’ αυτά έντυσα και όπλισα τον Γιάννη Κολοκοτρώνη.
Και έπειτα από λίγες μέρες διόρισα τον μεν Πάνο, έπειτα από επίμονη απαίτηση του πατέρα του, να πάει στις κωμοπόλεις της επαρχίας μου με διαταγή μου, του έδωσα και είκοσι στρατιώτες για να επιτηρεί δήθεν τους φούρνους για να βγάζουν καλό ψωμί για τα στρατόπεδα των Τρικόρφων… Αυτός δεν είχε κλίση στα στρατιωτικά, ούτε ο πατέρας του ήθελε να βρίσκεται μέσα στους κινδύνους, αλλά να είναι μακριά από το κακό.
Ο δε Γενναίος, που ήταν αδύνατης κατασκευής ως νεαρός, έμενε με τον πατέρα του στο στρατόπεδο, ώστε μια μέρα γύρω στα τέλη Ιουνίου, που έγινε μια αψιμαχία κοντά στον Άγιο Βλάσιο ανάμεσα σε μας και τους Τούρκους, έτρεξε και αυτός και βρέθηκε σε εκείνη την αψιμαχία. Όταν αυτή τελείωσε τον είδα και ρώτησα τους στρατιώτες πότε πήγε εκεί και μου είπαν ότι τους ακολούθησε όταν αυτή άρχισε. Τότε τους είπα ότι ο Γιάννης είναι γενναίος. Εύγε του. Και αυτό σαρκαστικά κατά την συνήθεια.
Έτσι οι στρατιώτες αστειευόμενοι και ονομάζοντας αυτόν σαρκαστικά «Γενναίο», του έμεινε αυτό το επίθετο και ήδη ονομάζεται Γενναίος Κολοκοτρώνης και κατέχει τις υψηλότερες θέσεις της βασιλείας και του κράτους, δηλαδή στρατηγός, υπασπιστής, γερουσιαστής, αυλάρχης, ανώτερος ταξιάρχης, φέροντας στο στήθος τα παράσημα όλων των αυτοκρατόρων και βασιλέων, πολυκτήμων με εθνικά κτήματα και με τριπλές και τετραπλές λαμπρές οικίες, που ποτέ η γενιά του και οι πρόγονοί του δεν απέκτησαν, ούτε μια ασήμαντη καλύβα, και εμείς είμαστε άστεγοι, πένητες και ακτήμονες, περιφρονημένοι και παραγκωνισμένοι».
.

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΣΙΝΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ


Ο Γεώργιος Σισίνης και η υπογραφή του με λατινικά γράμματα (georgio sissini). Προσωπογραφία του Βαυαρού αξιωματικού και ερασιτέχνη ζωγράφου Κάρλ Κρατσάιζεν

Γεννήθηκε στη Γαστούνη της Ηλείας το 1769 και καταγόταν από πλούσια και ιστορική οικογένεια γαιοκτημόνων της περιοχής. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν πρόκριτος της Γαστούνης. Ήταν γιος του Χρύσανθου Σισίνη, προεστού με εμπορική δραστηριότητα, ο οποίος είχε σπουδάσει ιατρική στην Ιταλία και της Γαλλίδας Βικτωρίας. Eίχε τρεις αδελφούς, το Νικόλαο, τον Πέτρο και το Μιχαήλ, που πέθαναν πριν την Επανάσταση και μία αδελφή, σύζυγο μετέπειτα του Σωτήρη Χαραλάμπη. Είχε παντρευτεί την Υακίνθη Σταθακοπούλου και είχε αποκτήσει δύο γιους, το Χρύσανθο και το Μιχαλάκη. Τα αδέλφια του ήταν και οι τρεις ιατροί, μάλιστα και ο ίδιος αναφέρεται ότι ήταν πρακτικός ιατρός.
Ως χαρακτήρας υπήρξε θυελλώδης και ανυπότακτος, βίαιος στον πόλεμο και επιρρεπής στις διασκεδάσεις και την επίδειξη του πλούτου του. Γράφει για αυτόν ο Φωτάκος: «Επίσημος δια την παλαιάν και ευγενή καταγωγήν του και περίφημος δια την πολιτικήν του δύναμιν κατά την επαρχίαν της Γαστούνης». Κατά τον Άγγλο στρατιωτικό και φιλέλληνα Stanhope, «ζούσε με τη χλιδή και την πολυτέλεια που θα άρμοζε σε υψηλόβαθμο Οθωμανό αξιωματούχο».
Είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία το 1819. Πριν το ξέσπασμα της Επαναστάσεως οι Τούρκοι τον κάλεσαν στην Τριπολιτσά για συνομιλίες, αλλά κατόπιν υποδείξεως του Παλαιών Πατρών Γερμανού, προσποιήθηκε τον άρρωστο και δεν πήγε.


Η παλαιότερη επαναστατική σημαία, σχεδιασμένη υπό τις οδηγίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού, φέρει τα σύμβολα του Εφοδιαστικού των Ιερέων της Φιλικής Εταιρείας. Την ύψωσε ο Γεώργιος Σισίνης στην Ήλιδα το 1821. Σώζεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Κ
ήρυξε την Επανάσταση στη επαρχία της Γαστούνης (σημερινή Ηλεία) και προσέφερε σημαντική οικονομική βοήθεια στον Αγώνα. Θεωρείται ως ένας από τους σπουδαιότερους τροφοδότες των επαναστατικών σωμάτων της Πελοποννήσου. Στις 26 Μαρτίου 1821 ύψωσε στην Ήλιδα μία από τις πρώτες ελληνικές σημαίες της Επαναστάσεως, εκείνη που είχε σχεδιάσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, και πολιόρκησε το φρούριο του Χλεμουτσίου, στο οποίο έχουν καταφύγει οι Τούρκοι. Ακολούθως συνέβαλε αποφασιστικά στην πολιορκία της Πάτρας από τους Έλληνες και έλαβε μέρος στη μάχη του Λάλα. Συμμετοχή στην Επανάσταση είχαν επίσης οι δυο γιοι του.
Σε όλη τη διάρκεια της Επαναστάσεως παρέμεινε ο πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της επαρχίας του. Το 1824, κατά το δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όταν μισθωμένοι από τον Ιωάννη Κωλέττη Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί κατεδίωκαν Πελοποννησίους, συνελήφθη μαζί με τον γιο του Χρύσανθο για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, παραδόθηκαν στους Υδραίους και φυλακίστηκαν σε μοναστήρι στην Ύδρα, μαζί με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Την Άνοιξη του ίδιου χρόνου αποφυλακίστηκαν και συνέχισαν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις.
Ως μέλος της ομάδας Πελοποννησίων προκρίτων υπό τον Κανέλλο Δεληγιάννη, προσχώρησε στο «γαλλικό» κόμμα, ενώ υπήρξε μέλος της δωδεκαμελούς Διοικητικής Επιτροπής, η οποία συστάθηκε τον Απρίλιο του 1826, μετά την πτώση του Μεσολογγίου.
Διετέλεσε πληρεξούσιος της Ηλείας στην Β', την Γ’ και την Δ’ Εθνοσυνέλευση, ενώ εξελέγη πρόεδρος της Γ’ Εθνοσυνελεύσεως της Τροιζήνας (19 Μαρτίου – 5 Μαΐου 1827), στο πλαίσιο των εργασιών της οποίας ψηφίστηκε το τρίτο από τα συντάγματα της επαναστατικής περιόδου. Εξελέγη, επίσης, πρόεδρος και της Δ’ Εθνοσυνελεύσεως, που συνήλθε επί Ιωάννη Καποδίστρια στο αρχαίο θέατρο του Άργους (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) και ενέκρινε την ίδρυση Γερουσίας στη θέση του Πανελληνίου.
Υποστήριξε τον Καποδίστρια, που τον διόρισε γερουσιαστή τον Ιούλιο του 1829. Μάλιστα ανέλαβε και την προεδρία της Γερουσίας από τις 12 Σεπτεμβρίου 1829 έως τον Ιούνιο του 1830. Όταν προσχώρησε στην αντιπολίτευση ενάντια στον Καποδίστρια λόγω διαφωνίας, ο Κυβερνήτης τον αντικατέστησε στη θέση του προέδρου της Γερουσίας με το Δημήτριο Τσαμαδό. Πέθανε στη Γαστούνη στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, την ίδια ημέρα που δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας. Λίγο πριν από το θάνατό του, όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Κυβερνήτη, εξέφρασε τη θλίψη του χαρακτηρίζοντας το γεγονός «κακόν και ολέθριον». Όπως πράγματι αποδείχθηκε πως ήταν.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

ΤΑ ΟΠΛΑ ΠΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Πιστόλες αγωνιστών του 1821. Από πίσω προς τα εμπρός, του προκρίτου της Γαστούνης Γεωργίου Σισίνη, του ρουμελιώτη τσιφλικά Σκουμπουρδή, του Βυτιναίου προκρίτου Νικολή Ταμπακόπουλου και μέλους της οικογένειας των Κολοκοτρωναίων. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Ο ΠΑΠΟΥΖΑΣ



Ο πάπουζας (ή τσαλαπετεινός, αγριοπετεινός, αγριοκοκοράκι, φραγκοκόκορας) είναι, αμέσως μετά το χελιδόνι, το πτηνό που συνδέεται περισσότερο με τον ερχομό της άνοιξης και ξεχωρίζει για το όμορφο και πολύχρωμο φτέρωμά του καθώς και για το λοφίο του. Ζει όλο το χρόνο στη βόρεια και την υποσαχάρια Αφρική, στην Ινδία και την Ινδοκίνα. Οι πληθυσμοί της νότιας και κεντρικής Ευρώπης, καθώς και της κεντρικής Ασίας αποδημούν το χειμώνα στην τροπική ζώνη για να διαχειμάσουν και επιστρέφουν για να ζευγαρώσουν. Στην πατρίδα μας εμφανίζεται κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Μαρτίου και παραμένει μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, οπότε αποδημεί για το νότο.



Η ελληνική ονομασία του είναι ἔποψ. Ο Αριστοτέλης αναφέρει «ἔνιοι δὲ τῶν ὀρνίθων ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ τῇ ὕλῃ κατοικοῦσιν, οἶον ἔποψ καὶ βρένθος». Ο Ησίοδος τον παρουσιάζει ως «ἔποψ, ἀλεκτρυὼν ἄγριος». Ο Αριστοφάνης γράφει για αυτόν στους Όρνιθες «οὕποψ μελῳδεῖν αὖ παρασκευάζεται» και ο Αισχύλος «ἔποψ ἐπόπτης τῶν αὑτοῦ κακῶν».



Η λατινική ονομασία του είναι upupa, από όπου προκύπτει η αγγλική ονομασία hoopoe και η ρουμανική pupăză. Στη βλαχική γλώσσα λέγεται «κουκουτίκουλι» (μικρός κόκορας) και «πούπουζα», που μοιάζει με το δικό μας ιδιωματικό «πάπουζας».


Στην αρχαία ελληνική γραμματεία εμφανίζεται στο μύθο της Αηδόνος και της Χελιδόνος, όπου ο βασιλιάς της Θράκης Τηρεύς μετατρέπεται σε έποπα και στην κωμωδία του Αριστοφάνη «Όρνιθες», όπου πρωταγωνιστεί ως Αθηναίος γαμπρός.
.


Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο πάπουζας παλιά ήταν ένα οικόσιτο πτηνό που συνεχώς καμάρωνε ανάμεσα στις κότες και τις πάπιες και περηφανευόταν για την ομορφιά του. Πρόσεχε να μη λερώνει το όμορφο ράμφος του και το κρατούσε ψηλά. Μια μέρα σ’ ένα περίπατο που έκανε μαζί με τα άλλα ζώα της αυλής, τους επιτέθηκε ξαφνικά μια αλεπού. Τότε αυτός για να σωθεί τράπηκε πρώτος σε φυγή, εγκαταλείποντας στην τύχη τους τα υπόλοιπα ζώα, που τα έφαγε η αλεπού. Οι τύψεις και η ντροπή που ένιωσε γι’ αυτήν του την ενέργεια τον έκαναν να μην ξαναγυρίσει στο κοτέτσι και να ζει πλέον μόνος του στο δάσος.



O τσαλαπετεινός και η αλεπού (Μύθος του Αισώπου)
Έ
νας τσαλαπετεινός καθόταν στα κλαριά ενός ψηλού δέντρου και λαλούσε δυνατά. Η διαπεραστική του φωνή αντηχούσε μέσα στο δάσος και μια αλεπού που βρέθηκε εκεί, άκουσε τη γνώριμη φωνή του και πλησίασε στο δέντρο. Όταν η κυρα-Μάρω είδε πόσο ψηλά στεκόταν ο τσαλαπετεινός, δοκίμασε όλα τα κόλπα της για να τον κατεβάσει κάτω. Χαιρέτησε ευγενικά και με την πιο γλυκιά φωνή της είπε:
-Τα ‘μαθες τα νέα ξαδερφάκι για το σύμφωνο ειρήνης και ομόνοιας για όλα τα είδη πουλιών και ζώων; Από δω και πέρα δεν θα κυνηγάμε ο ένας τον άλλο, αλλά θα είμαστε αγαπημένοι και φίλοι. Θα ζούμε με αγάπη και φιλία ο ένας για τον άλλον. Γι αυτό, κατέβα κάτω να κάνουμε παρέα και να κουβεντιάσουμε με την ησυχία μας τα καλά νέα.
Ο τσαλαπετεινός κατάλαβε ότι η αλεπού χρησιμοποιεί τα γνωστά της τεχνάσματα και έκανε ότι βλέπει κάτι από απόσταση. Η αλεπού ρώτησε τι ήταν αυτό που έβλεπε.
- Μου φαίνεται ότι βλέπω καμιά δεκαριά σκύλους, είπε ο τσαλαπετεινός.
- Τότε, πρέπει να φύγω, είπε η αλεπού αναστατωμένη.
-Όχι ξάδερφε, μην φεύγεις σε παρακαλώ, κατεβαίνω! Υπάρχει λόγος να φοβάσαι τους σκύλους, τώρα που ζούμε σε ειρηνική εποχή! ρώτησε ο τσαλαπετεινός, για να εισπράξει την απάντηση:
-Φυσικά δεν υπάρχει λόγος, αλλά η συμφωνία δεν λέει για δέκα με έναν!

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΣ ΑΛΗ ΦΑΡΜΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ


Αλβανός με σκλάβα. Πίνακας του Frederick Arthur Bridgman. Κάπως έτσι θα πρέπει να φανταστούμε τον πύργο του Αλή Φαρμάκη

Ο Αλή Φαρμάκης ήταν Τουρκαλβανός από του Λάλα, προσωπικός φίλος και αδελφοποιτός του Κολοκοτρώνη με μια φιλία που σφράγιζε τις δύο οικογένειες επί γενιές. Γύρω στο 1800 επέλεξε το Μοναστηράκι της Γορτυνίας για έδρα του, λόγω του ότι ήταν χτισμένο σε λόφο και δέσποζε των γύρω οικισμών. Όταν ανέλαβε ως αγάς τη διοίκηση της περιοχής, έχτισε στο πάνω μέρος του χωριού ισχυρότατο πύργο. Λέγεται ότι για να γίνουν πιο ισχυρά τα τείχη του πύργου, μέσα στη λάσπη που χρησιμοποιούσαν έριχναν και χιλιάδες ασπράδια αυγών, τα οποία έφερναν οι ραγιάδες. Έτσι, ο πύργος έγινε τέλειος και πολύ ισχυρός. Μετά την Απελευθέρωση ο πύργος γκρεμίστηκε. Σήμερα σώζονται μερικά τείχη και ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται πόσο γερός ήταν.


Αλβανός που χορεύει. Ξεχωρίζει από το άσπρο του φέσι. Ο καθιστός άνδρας δεξιά με το κόκκινο φέσι είναι Ρωμιός

Κατά το έτος 1808, λόγω απειθαρχίας του Αλή Φαρμάκη προς τον Σουλτάνο, ο τελευταίος έστειλε τον Βελή Πασά, γιο του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, να τον καθυποτάξει. Ο Αλή Φαρμάκης συγκέντρωσε πολεμιστές για να αντιμετωπίσει τον Βελή. Ανάμεσά τους πολεμούσε και ο Κολοκοτρώνης με άλλα δεκαεφτά παληκάρια του, εκ των οποίων και ο Νικηταράς. Τα δύο αντίπαλα στρατεύματα έδωσαν μάχη στην περιοχή όπου σήμερα είναι το χωριό Βελημάχι, στην οποία ο Βελής χρησιμοποίησε κανόνια. Βλέποντας όμως ότι τα τείχη ήταν πολύ ισχυρά για να γκρεμιστούν από τους κανονιοβολισμούς, προέβη στο εξής τέχνασμα: άρχισε να σκάβει λαγούμια (υπόγειες στοές), οι οποίες θα έφθαναν μέχρι τα θεμέλια του πύργου, με σκοπό να βάλει κάτω από τον πύργο βαρέλια με μπαρούτι για να τον ανατινάξει.
Ωστόσο ένα βράδυ με φεγγάρι που είχαν ανέβει στην ταράτσα του πύργου, ο Κολοκοτρώνης διέκρινε τα βουνά με το φρεσκοσκαμμένο χώμα, αντιλήφθηκε το σχέδιο του εχθρού και άρχισε να σκάβει λαγούμι από τον πύργο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όταν ο Βελής τελείωσε τις στοές, προτού βάλει φωτιά στο μπαρούτι, κάλεσε τον Αλή Φαρμάκη να παραδοθεί, με τα παρακάτω λόγια: «Παραδοθείτε γιατί θα σας κάψω όλους σαν το ποντικό στη φάκα».
Ο Αλή Φαρμάκης απάντησε: «Δεν παραδινόμαστε, γιατί, εάν εσύ έστησες φάκα, εγώ της έβαλα την τσάκα» (ξύλινο στήριγμα στις παλιές πόρτες του χωριού για να μην ανοίγουν).
Ο πύργος δεν έπαθε τίποτε με την έκρηξη της πυρίτιδας, επειδή τα αέρια εκτονώθηκαν προς το λαγούμι που είχαν ανοίξει οι πολιορκούμενοι και έτσι η πολιορκία συνεχίστηκε για έξι μήνες περίπου, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Όμως, για να μην συνεχίζεται η αιματοχυσία, μεσολάβησαν οι συγγενείς του Αλή Φαρμάκη από του Λάλα και τον έπεισαν να παραδοθεί. Ο Αλή δέχθηκε να συνθηκολογήσει, υπό τον όρο ότι ο αδελφοποιτός του και τα παληκάρια του θα έφευγαν ασφαλείς στη Ζάκυνθο.


Αρναούτης (Αλβανός) αναπαύεται πίνοντας καφέ και καπνίζοντας τσιμπούκι. Ελαιογραφία σε καμβά του Paul Jovanowich. Η αλβανική φουστανέλλα δεν διέφερε ουσιαστικά από την ελληνική, όμως οι Αλβανοί έφεραν στην κεφαλή λευκό φέσι και στα πόδια αντί για τσαρούχια τις πίγκες, δερμάτινα υποδήματα που δένονταν με κορδόνια στους αστραγάλους. Διαφορετική διακόσμηση είχαν και οι αλβανικές πιστόλες, εξαιρετικής ποιότητας και τέχνης. Η απόληξη του κοντακίου ήταν μυτερή κωνική και η ασημένια διακόσμηση ήταν κοκκιδωτή. Ωστόσο πολλά όπλα τους έπεσαν σε ελληνικά χέρια κατά τη διάρκεια των μαχών

Πράγματι, μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή Φαρμάκη, ο Κολοκοτρώνης γύρισε και πάλι στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στο ελληνικό στρατιωτικό σώμα που είχαν οργανώσει οι Άγγλοι όταν κατέλαβαν το νησί, και λίγο αργότερα, για τη δράση του εναντίον των Γάλλων, του απένειμαν τον βαθμό του ταγματάρχη. Υπηρέτησε στο σώμα αυτό ως τη διάλυση του, το 1817. Ο Αλή παραδόθηκε και απαγχονίστηκε στο χωριό Μοναστηράκι.


Η μύηση του Κολοκοτρώνη στη Φιλική Εταιρεία. Πίνακας του Δ. Τσάκου, 1849. Οι μυήσεις των μελών της Φιλικής Εταιρείας στη Ζάκυνθο γίνονταν στον Άγιο Γεώργιο των Λατίνων, στην τοποθεσία Ψήλωμα της Χώρας. Στο κελλί δίπλα από την εκκλησία του 17ου αιώνα γινόταν η τελετή από τον Ηπειρώτη πρόσφυγα ιερωμένο Άνθιμο Αργυρόπουλο, σε μιαν εικόνα του Χριστού, που ονομάζεται «Τρίμορφο». Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου έπεσε με τους σεισμούς του 1893 και αργότερα ξαναχτίστηκε. Και πάλι σωριάστηκε με τους σεισμούς του 1953 και ξαναχτίστηκε αμέσως. Στον περίβολο του ναού υπάρχει προτομή του Γέρου του Μοριά, επειδή ήταν ένας από όσους μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία στο εκκλησάκι αυτό, το οποίο αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας. Το «Τρίμορφο», πάνω στο οποίο ορκίζονταν οι Φιλικοί, φυλάσσεται στο Μεταβυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου

Γιατί ο Κολοκοτρώνης δεν έγινε μουσουλμάνος
Κ
ατά τη διάρκεια της πολιορκίας του πύργου του Αλή, ένας ανηψιός του, που είδε πόσο γενναία πολεμούσε ο παλιός κλέφτης, δεν κρατήθηκε και του είπε:
-Αχ, βρε Κολοκοτρώνη, αν γινόσουν μουσουλμάνος, τέτοιο παλικάρι που είσαι, θα γινόσουν άρχοντας τρανός!
-Δηλαδή, θα έκανα και σουνούτεμα;
(=περιτομή)
-Ε, βέβαια…
-Άσε μπέη μου, δε γίνεται…
-Γιατί δε γίνεται; Όλα γίνονται!
-Να σου πω γιατί δε γίνεται. Όταν βαφτιζόμαστε εμείς οι χριστιανοί, ο παπάς κόβει λίγο μαλλί απ’ το κεφάλι μας και το βάζει πίσω από το εικόνισμα του Χριστού, σημάδι ότι είμαστε δικοί του. Αν κάνω λοιπόν σουνούτεμα και γίνω μουσουλμάνος, θα έχει κι ο Μουχαμέτης το… αυτό, και όταν πεθάνω θα με θέλει να πάω στο δικό του παράδεισο. Για σκέψου λοιπόν, να με τραβάει ο ένας από το μαλλί κι ο άλλος από την ψωλή! Να βάλω σε αμάχη, για το χατίρι μου, τέτοιους μεγάλους προφητάδες; Θα βρω το μπελά μου… Άσ' το, καλύτερα!


Ο Κολοκοτρώνης. Ν. Βαρβέρης. Συλλλογή Κουτλίδη

Έ
να από τα τραγούδια που αναφέρονται στον Αλή Φαρμάκη και στη δύναμη της φιλίας του με τον Κολοκοτρώνη είναι το ακόλουθο:

«Άνοιξη και καλοκαίρι ο Αλή Βελής μ' ασκέρι
πάει τη Λάλα και κυκλώνει και στο κάστρο της ζυγώνει.
Μήνυμα μ' ένα τσιράκι στέλνει στον Αλή Φαρμάκη:
-Τον Κολοκοτρώνη αν δώσεις την ζωή σου θα γλυτώσεις.
Μα ο προύχοντας Λαλιώτης άντρας είν', δεν είν' προδότης:
-Δε σ' τον δίνω, είν' αδερφός μου,είναι αδερφοποιτός μου!
Ο Καλιάς στάχτη ας γίνει, αδερφό δεν παραδίνει!
Είμαι ο Αλή Φαρμάκη με δικό μου μπαϊράκι.
Αίμα το σπαθί μου στάζει και το αίμα δε με σκιάζει!»
.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΗΤΑΝ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, ΟΧΙ ΥΠΕΡ ΣΤΡΕΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΓΡΟΣΙΩΝ


Αλέξανδρος Υψηλάντης. Ελαιογραφία σε καμβά του E.V. Rippingille, 1853. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, αρ. κατ. 5408
.
Στις 22 Φεβρουαρίου του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε μαζί με τους αδελφούς του Νικόλαο και Γεώργιο τον ποταμό Προύθο (Prut, φυσικό σύνορο μεταξύ Μολδαβίας και Βασαραβίας) και για πρώτη φορά ακούστηκε η κραυγή «Ζήτω η Λευτεριά».
.

Η διάβαση του ποταμού Προύθου από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη
.
Δύο ημέρες αργότερα, φθάνοντας στο Ιάσιο της Μολδαβίας, όπου οι τοπικοί άρχοντες ήταν Έλληνες Φαναριώτες, ύψωσε τη σημαία της Επαναστάσεως και απηύθυνε ενθουσιώδη προκήρυξη προς τους Έλληνες, τονίζοντας την ανάγκη σε θυσίες που θα χρειαστεί ο Αγώνας και την ασημαντότητα των θυσιών αυτών μπροστά στο αγαθό της Ελευθερίας.
.

.
Στην προκήρυξη «Μάχου Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» απηύθυνε έκκληση στους Έλληνες να δράξουν τα όπλα και να πολεμήσουν «για την πίστη και την πατρίδα ενάντια στους απίστους». Όπως μας πληροφορεί ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας Αλέξανδρος Πούσκιν, γνωστός για τα φιλελληνικά του αισθήματα, τότε «ο Ρώσος πρόξενος και ο Υψηλάντης ανέλαβαν αμέσως τη διοίκηση της πόλης. Οι Έλληνες άρχισαν να συγκεντρώνονται μαζικά κάτω από τις σημαίες του». Εξέδωσε προκηρύξεις που γρήγορα έφτασαν παντού και οι οποίες διακήρυτταν ότι ο Φοίνικας της Ελλάδος θα αναγεννηθεί από τις στάχτες του, ότι η ώρα της πτώσης της Τουρκίας έχει φθάσει και ότι μια μεγάλη δύναμη (υπονοώντας τη Ρωσία) εγκρίνει τη μεγαλοπρεπή αυτή πράξη».
.

.
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης την ίδια ημέρα που ανακοίνωσε την επαναστατική του προκήρυξη, 24 φεβρουαρίου 1821, κυκλοφόρησε άλλες δύο προκηρύξεις. Η μία ήταν έκκληση προς τους Φιλικούς και η άλλη πρόσκληση προς τους Έλληνες της Βλαχίας και της Μολδαβίας για επιστράτευση. Ήθελε με τις προκηρύξεις αυτές να περάσει σ’ όλους τους Έλληνες το μήνυμα ότι απουσίες από το προσκλητήριο της πατρίδας δεν δικαιολογούνται.
.

Η εκκλησία των Τριών Ιεραρχών του Ιασίου, όπου τελέσθηκε η δοξολογία και ευλογήθηκε η σημαία της Επαναστάσεως
.
Στις 26 Φεβρουαρίου 1821 στο ναό της Μονής των Τριών Ιεραρχών Ιασίου, που κτίσθηκε το 1638 από τον ηγεμόνα της Μολδαβίας Βασίλε Λούπου, τελέσθηκε δοξολογία. Στον αύλειο χώρο της Μονής ο Μητροπολίτης Ιασίου και Σουτσεάβας κυρ Βενιαμίν Κωστάκη, ευγενούς ελληνικής καταγωγής, ευλόγησε τη σημαία και κατά το βυζαντινό τυπικό, παρέδωσε το ξίφος στον Υψηλάντη. Η σημαία είχε τρεις οριζόντιες λωρίδες. Τα τρία χρώματά της συμβόλιζαν: την αδελφότητα το λευκό, τον πατριωτισμό το ερυθρό και τη θυσία το μαύρο. Στη μία πλευρά είχε το σταυρό και τις εικόνες των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με την επιγραφή «εν τούτω νίκα», ενώ στην άλλη το Φοίνικα με τη φράση από κάτω «εκ της στάχτης μου αναγεννώμαι».
.

Ο Μητροπολίτης Ιασίου Βενιαμίν Κωστάκη
.

Μεταλλική σφραγίδα του κυρ Βενιαμίν Κωστάκη
.
Κατόπιν διενεργήθηκε έρανος για τη συλλογή ενός εκατομμυρίου γροσίων και υπογράφθηκε σε διώροφο κτήριο στο Κισινάου της Μολδαβίας (ήδη στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Κράτους) η Διακήρυξη προς το Έθνος και η πρόσκληση εθελοντών.
.

Η σημαία του Ιερού Λόχου του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Η μια πλευρά είχε τους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη και η άλλη πλευρά το μυθικό Φοίνικα με τη φράση «Εκ της τέφρας μου αναγεννώμαι». Εδώ μία παραλλαγή με τον ερυθρό σταυρό πλαισιωμένο από στεφάνι δάφνης και την επιγραφή «ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»
.
Από την αρχή οι προσπάθειες του Υψηλάντη επικεντρώθηκαν στην οργάνωση του στρατού. Μαζί του δεν είχε φέρει στρατό και συνεπώς έπρεπε να συγκροτηθεί εκεί. Από το πρώτο βράδυ της άφιξής του στο Ιάσιο, συγκεντρώθηκαν 2.000 άνδρες μεταξύ των οποίων υπήρχαν Σέρβοι, Βούλγαροι, Μαυροβούνιοι και λίγοι Μολδαβοί, ακόμη και η φρουρά του Μιχαήλ Σούτσου. Ενώ αυξανόταν κάθε μέρα η προσέλευση των εθελοντών, γρήγορα προέκυψαν πολλές δυσχέρειες στη συγκέντρωση των αναγκαίων εφοδίων. Δεν υπήρχε η κατάλληλη υποδομή που θα φρόντιζε για την κατάταξή τους. Οι πλούσιοι Έλληνες της περιοχής, από τους οποίους περίμενε πολλά ο Υψηλάντης, δεν ανταποκρίθηκαν. Το σχέδιο κινητοποίησης του σερβικού πληθυσμού ναυάγησε. Ο Σέρβος Μίλος Ομπρένοβιτς, ηγέτης των Σέρβων, τήρησε παθητική στάση έναντι της επανάστασης στη Μολδοβλαχία και συνέστησε στο σερβικό λαό να παραμείνει ήσυχος. Βέβαια στην απόφασή του αυτή επηρεάστηκε από την αποδοκιμασία του Υψηλάντη από τον Τσάρο της Ρωσίας.
Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν κάποια καθυστέρηση. Μόλις την 1η Μαρτίου ο Υψηλάντης ξεκίνησε για τη Βλαχία με κατεύθυνση το Βουκουρέστι. Στη Φωξάνη, ο Υψηλάντης σχημάτισε ένα σώμα στρατού, τον Ιερό Λόχο, μιμούμενος τον Ιερό Λόχο του Πελοπίδα της αρχαιότητας αποτελούμενο από ενθουσιώδεις νέους εθελοντές, μορφωμένους και γόνους πλουσίων οικογενειών.
.

Η μάχη του Δραγατσανίου σήμανε την καταστροφή του Ιερού Λόχου
.

Ο Γεωργάκης Ολύμπιος βάζει φωτιά στην πυρίτιδα. Το ολοκαύτωμα της Μονής Σέκου θα σημάνει το τέλος της Επαναστάσεως στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες
.
Το επαναστατικό κίνημα του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες έλαβε άδοξο τέλος με τη Μάχη του Δραγατσανίου στις 7 Ιουνίου 1821 και το ολοκαύτωμα της Μονής Σέκου στις 23 Οκτωβρίου 1821. Ωστόσο η φλόγα της Επαναστάσεως είχε ήδη ανάψει στην κυρίως Ελλάδα.
.